Γαλανίδου Αθηνά

Προπτυχιακή Φοιτήτριας της Νομικής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης.

Τα τελευταία χρόνια, ο όρος «γυναικοκτονία» έχει εισέλθει δυναμικά στο δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει ορισμένες δολοφονίες γυναικών, όταν αυτές συνδέονται με την έμφυλη βία. Ωστόσο, ο όρος δεν αποτελεί αυτοτελή νομική έννοια στο ελληνικό ποινικό κώδικα. Στο σημείο αυτό, γεννάται ένα εύλογο ερώτημα: εφόσον μια γυναίκα «δολοφονείται», δεν πρόκειται ούτως ή άλλως για ανθρωποκτονία; Επομένως, ποια ratio, ακριβώς, εξυπηρετεί η ύπαρξη του όρου «γυναικοκτονία»; 

Η απάντηση δεν είναι τόσο απλή. Η συζήτηση γύρω από τον όρο «γυναικοκτονία» προσεγγίζει ζητήματα ποινικού δικαίου, ισότητας των φύλων, έμφυλης βίας, στατιστικής καταγραφής και προστασίας της ανθρώπινης ζωής. 

Η πρώτη καταγεγραμμένη εμφάνιση της λέξης «γυναικοκτονία» (femicide) έγινε το 1801 στην Αγγλία στο έργο του John Corry “A Satirical View of London at the commencement of the nineteenth century”. Ωστόσο, η σημασία της λέξης απέκτησε σύγχρονο περιεχόμενο στα μέσα προς τέλη του 20ου αιώνα, με τον αρχικό ορισμό να αποδίδεται στη Diana E. H. Russell. Σύμφωνα με την οποία: «γυναικοκτονία είναι η δολοφονία γυναικών από άντρες επειδή είναι γυναίκες» (Russell & Radford 1992). Επομένως, το φαινόμενο που περιγράφεται με τον όρο «γυναικοκτονία» δεν είναι αυτό που προκύπτει ετυμολογικά από τη λέξη: κάθε φόνος γυναίκας. Ο όρος δεν εστιάζει τόσο στο φύλο του θύματος αλλά στο γεγονός ότι η αφαίρεση του έννομου αγαθού της ζωής προέκυψε εξαιτίας αυτού.

Ο όρος «γυναικοκτονία» δεν έχει αποκτήσει έναν απολύτως ενιαίο και καθολικά αποδεκτό ορισμό σε διεθνές επίπεδο . Ήδη από το 1801 μέχρι και σήμερα έχει διατυπωθεί με διαφορετικούς τρόπους στο πλαίσιο διαφορετικών θεωρητικών και επιστημονικών προσεγγίσεων. Για παράδειγμα, η EIGE υιοθετεί έναν ευρύτερα διατυπωμένο ορισμό, καθώς αναφέρεται στη θανάτωση γυναικών και κοριτσιών λόγω του φύλου τους, χωρίς να γίνεται κάποια επιμέρους αναφορά στο φύλο του δράστη. Ενώ το 2022, ο ΟΗΕ υιοθέτησε ένα κοινό στατιστικό πλαίσιο ώστε διάφορες χώρες να μπορούν να καταγράφουν το φαινόμενο συνδυάζοντας τις δολοφονίες γυναικών και κοριτσιών με τον όρο «γυναικοκτονία». Επομένως, παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, κοινός πυρήνας των σύγχρονων προσεγγίσεων φαίνεται να αποτελεί η αναγνώριση ότι ορισμένες ανθρωποκτονίες γυναικών δεν μπορούν να εξεταστούν αποκλειστικά ως μεμονωμένες πράξεις βίας, αλλά συνδέονται με το φύλο του θύματος και φαινόμενα έμφυλης βίας. 

Στην Ελλάδα η «γυναικοκτονία» δεν αποτελεί αυτοτελές έγκλημα στον Ποινικό Κώδικα. Από αυτό συνεπάγεται ότι αν κάποιος σκοτώσει εκ προθέσεως μια γυναίκα, ο νομικός χαρακτηρισμός της πράξης του δεν είναι «γυναικοκτονία» αλλά ανθρωποκτονία με δόλο, όπως ορίζει το άρθρο 299 παράγραφος 1 του ΠΚ: «όποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη». Επομένως ο όρος «γυναικοκτονία» χρησιμοποιείται ως κοινωνικός, εγκληματολογικός και επιστημονικός όρος, χωρίς να του αναγνωρίζεται ακόμη κάποια νομική υπόσταση. Η απουσία αυτοτελούς ποινικού αδικήματος της «γυναικοκτονίας» έχει αποτελέσει αντικείμενο έντονης συζήτησης. 

Τα επιχειρήματα υπέρ της αυτοτελούς αναγνώρισης:

Ο όρος «ανθρωποκτονία» είναι ένας γενικός νομικός χαρακτηρισμός που δεν αποτυπώνει επαρκώς την ιδιαίτερη κοινωνική και έμφυλη διάσταση ορισμένων εγκληματικών πράξεων. Κατά την άποψη των υποστηρικτών της αυτοτελούς τυποποίησης, η πράξη, πέρα από την προσβολή της ζωής προσβάλλει και άλλες αξίες όπως η ισότητα, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας. Υποστηρίζεται, ακόμη, ότι, εφόσον η πράξη τελείται λόγω του φύλου του θύματος και εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο έμφυλης βίας, παρουσιάζει αυξημένη ποινική απαξία σε σχέση με την κοινή ανθρωποκτονία. Κατά την άποψη αυτή, η ιδιαίτερη αυτή απαξία θα πρέπει να αποτυπώνεται και στην ποινική μεταχείριση του δράστη. Επιπλέον, έχει υποστηριχθεί ότι η αυτοτελής αναγνώριση της «γυναικοκτονίας» θα συνέβαλε στην συστηματικότερη καταγραφή και μελέτη του φαινομένου. Σήμερα, η αποκλειστική καταγραφή των γυναικοκτονιών στο πλαίσιο της γενικής κατηγορίας της ανθρωποκτονίας καθιστά δύσκολο τον καθορισμό με ακρίβεια του αριθμού των δολοφονιών που συνδέονται με το φύλο του θύματος και εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο έμφυλης βίας. Η ιδιαίτερη αναγνώριση της «γυναικοκτονίας» θα μπορούσε, υπό την προϋπόθεση ενός σαφούς και αντικειμενικού ορισμού, να συμβάλλει στη δημιουργία περισσότερων εξειδικευμένων και συγκρίσιμων στατιστικών δεδομένων, τα οποία θα εξυπηρετούσαν την πρόληψη και αντιμετώπιση του φαινομένου.

Τα επιχειρήματα κατά της αυτοτελούς αναγνώρισης:

Υποστηρίζεται ότι, η αυτοτελής ποινική τυποποίηση της «γυναικοκτονίας» θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαφοροποίηση της ποινικής προστασίας με βάση το φύλο του θύματος, γεγονός που γεννά προβληματισμούς ως προς την καταπάτηση της αρχής της ισότητας, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 4 του Συντάγματος. Οι επικριτές της αυτοτελούς τυποποίησης προβάλλουν το επιχείρημα ότι η ανθρωποκτονία και η «γυναικοκτονία» προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό, το αγαθό της ζωής, το οποίο ήδη προστατεύεται στο έγκλημα της ανθρωποκτονίας, ανεξαρτήτως φύλου. Η ανθρωποκτονία, άλλωστε, τιμωρείται με την εσχάτη των ποινών (ισόβια κάθειρξη), οπότε δεν υπάρχει περιθώριο πρόβλεψης ή επιβολής αυστηρότερης ποινής. Η ιδιαίτερη απαξία της «γυναικοκτονίας», επομένως, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί αποκλειστικά με την ανάγκη αυστηρότερης ποινής, καθώς ήδη ο ποινικός νομοθέτης επιβάλλει την αυστηρότερη των ποινών στην ανθρωποκτονία. Υπό αυτή την οπτική, η δημιουργία ενός νέου εγκλήματος θα ήταν δικαιολογημένη μόνο εφόσον αποδεικνύεται ότι προσφέρει ουσιαστική πρόσθετη προστασίας και δεν περιορίζεται σε έναν συμβολικό διαχωρισμό από την ήδη υφιστάμενη ανθρωποκτονία.

Συμπερασματικά, η γυναικοκτονία αποτελεί ένα ιδιαίτερο κοινωνικό και επιστημονικό φαινόμενο, και συνήθως συνδέεται με το φύλο του θύματος αλλά και με ευρύτερες μορφές έμφυλης ή ενδοοικογενειακής βίας. Το φαινόμενο αυτό έχει κλονίσει την κοινή γνώμη, καθώς υποστηρίζονται απόψεις τόσο για την ποινικοποίηση του όρου της «γυναικοκτονίας» ως αυτοτελές έγκλημα στον Ποινικό Κώδικα με σκοπό την προστασία των γυναικών, όσο και για την μη αυτοτελή ποινική τυποποίηση, η οποία κατά κύριο λόγο εγείρει σημαντικά νομικά ζητήματα, ιδίως ως προς την αρχή της ισότητας των δύο φύλων. Ωστόσο, το βασικότερο ζήτημα δεν είναι το αν πρέπει ή όχι να θεσπιστεί η γυναικοκτονία ως αυτοτελές έγκλημα αλλά το αν η ένταξη στον ΠΚ ενός τέτοιου άρθρου θα συνέβαλε ουσιαστικά στην αντιμετώπιση του φαινομένου και στην προστασία του έννομου αγαθού της ζωής.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Αφήστε μια απάντηση

Προηγούμενη δημοσίευση:

ΑΠΟΦΘΕΓΜΑ

«Λάβε θάρρος διότι το δίκαιο έχει πολύ μεγάλη ισχύ».

Ευριπίδης (485 – 406 π.Χ.) 

Discover more from Nomikoi Dialogoi

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading

Discover more from Nomikoi Dialogoi

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading