Μουρατίδη Ματίνα & Μαρία-Ιωάννα Τσιόστα-Πετροπούλου,
Φοιτήτριες της Νομικής Σχολής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης.
H διασφάλιση της εμπιστοσύνης των καταθετών από περιστατικά αφερεγγυότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων έφερε στο προσκήνιο την ανάγκη εγκαθίδρυσης ενός ολοκληρωμένου συστήματος εγγύησης καταθέσεων σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο. Ο εθνικός νομοθέτης με τον ν.4370/2016[1] προέβη στη σύσταση του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων (ΤΕΚΕ) ενσωματώνοντας τις ευρωπαϊκές Οδηγίες για την προστασία καταθετών και επενδυτών. Το παρόν άρθρο αποσκοπεί στην ανάλυση αφενός του τρόπου λειτουργίας και των εσωτερικών μηχανισμών του ΤΕΚΕ.
Η πρώτη εμφάνιση του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων έγινε με τον ν.2324/1995[2], ο οποίος ενσωμάτωνε την οδηγία 94/19/ΕΟΚ[3], που είχε ως στόχο την σταθεροποίηση των τραπεζικών συστημάτων των κρατών και την προστασία των αποταμιευτών. Πιο συγκεκριμένα, με την οδηγία αυτή εντάθηκε η ανάγκη προστασίας των καταθετών, η οποία κρίθηκε εξίσου αναγκαία με την θεσμοθέτηση κανόνων προληπτικής εποπτείας για την ολοκλήρωση της ενιαίας τραπεζικής αγοράς. Καθίσταται απαραίτητο να αναφερθεί ότι κανόνες προληπτικής εποπτείας του ευρωπαϊκού πιστωτικού συστήματος εισήχθησαν με την πρώτη τραπεζική οδηγία 77/780/ΕΟΚ[4], η οποία έθετε περιορισμούς ως προς τη λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων στα κράτη-μέλη[5].
Σύμφωνα, λοιπόν, με το άρθρο 3 της οδηγίας 94/19/ΕΟΚ, στο εσωτερικό κάθε κράτους πρέπει να θεσπιστεί ένα ή περισσότερα συστήματα εγγύησης καταθέσεων, ενώ το κράτος που δεν διαθέτει τέτοιο σύστημα δεν μπορεί να δέχεται καταθέσεις πελατών. Μέλη του Τ.Ε.Κ. είναι όλα τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει τη σχετική άδεια ίδρυσης και λειτουργίας όπως προβλέπεται στο άρθρο 3 παρ. 1 του ν.2832/2000[6], ο οποίος τροποποίησε τον προϊσχύοντα ν.2324/1995. Τα έσοδα του Τ.Ε.Κ. προέρχονται από ετήσιες τακτικές εισφορές των μελών του όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 παρ.1α του ν.2832/2000. Οι εισφορές αυτές καθορίζονται, σύμφωνα με την αρχή της ισότιμης μεταχείρισης, με βάση αντικειμενικά κριτήρια για όλες τα πιστωτικά ιδρύματα[7]. Όσον αφορά τις καλυπτόμενες καταθέσεις, αυτές ανέρχονταν κατ’ ανώτατο ποσό στα είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ, ανά καταθέτη, στο ίδιο πιστωτικό ίδρυμα (άρθρ.5παρ.2). Σύμφωνα με το άρθρο 8, το Τ.Ε.Κ. ετίθεντο σε λειτουργία έπειτα από απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με την οποία το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα δεν ήταν ικανό και δεν θα καθίσταντο ικανό να επιστρέψει τις καταθέσεις του στο άμεσο μέλλον.
Με την ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο της οδηγίας 2004/39/ΕΚ[8] με το νόμο 3606/2007[9], υιοθετήθηκε ένα πλαίσιο προστασίας όχι μόνο των καταθετών, που υπήρχε μέχρι τότε, αλλά και των επενδυτών, από τους κινδύνους αφερεγγυότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων. Έτσι, οι καλύψεις που παρέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα στο πλαίσιο των επενδυτικών υπηρεσιών κρίθηκε σκόπιμο να ενταχθούν σε έναν ενιαίο φορέα αποζημίωσης επενδυτών[10]. Αυτό υλοποιήθηκε με τον ν.3746/2009[11], με τον οποίο ιδρύθηκε το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων, ενσωματώνοντας την οδηγία 2009/14/ΕΚ[12], η οποία έφερε αλλαγές όσον αφορά αφενός το επίπεδο κάλυψης και αφετέρου την προθεσμία εκταμίευσης των συστημάτων εγγύησης καταθέσεων των κρατών-μελών.
Το ΤΕΚΕ αποτελεί ένα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου το οποίο εποπτεύεται από το Υπουργείο Οικονομικών, χωρίς αυτό ωστόσο να του προσδίδει δημόσιο χαρακτήρα, και αντικατέστησε το ΤΕΚ[13]. Αποτελεί αφενός το ελληνικό σύστημα εγγύησης καταθέσεων και επενδύσεων και αφετέρου το ταμείο εξυγίανσης των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων. Αναλυτικότερα, στόχος του ΤΕΚΕ είναι να αποζημιώσει τόσο τους καταθέτες όσο και τους επενδυτές των πιστωτικών ιδρυμάτων που είναι μέλη αυτού, όταν αυτά καταστούν ανίκανα να επιστρέψουν καταθέσεις και επενδυτικά κεφάλαια στους πελάτες τους. Επακόλουθος σκοπός του ΤΕΚΕ είναι η εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων μέσω προγραμμάτων χρηματοδότησης. Για τους προαναφερθέντες σκοπούς, έχουν δημιουργηθεί τα τρία σκέλη του ΤΕΚΕ τα οποία θα αναλυθούν εκτενέστερα παρακάτω[14]. Ο ιδρυτικός του ΤΕΚΕ ν. 3746/2009 αντικαταστάθηκε από τον ν.4370/2016, όπου έγιναν ορισμένες αλλαγές με σκοπό τον εκσυγχρονισμό και την ενδυνάμωση του εν λόγω συστήματος.
Ο παραπάνω νόμος προβλέπει μεταξύ άλλων και τα πρακτικά ζητήματα λειτουργίας του ΤΕΚΕ. Συγκεκριμένα το άρθρο 48 επιβάλλει στο ΤΕΚΕ την χρήση θεμιτών πρακτικών και ορίζει ότι αυτό θα διοικείται από επταμελές ΔΣ, πρόεδρο του οποίου θα αποτελεί ένας εκ των υποδιοικητών της ΤτΕ. Η θητεία των μελών είναι πενταετής με δυνατότητα ανανέωσης και το ΔΣ συνεδριάζει υποχρεωτικά κάθε μήνα, αν δεν απαιτείται συχνότερα με την παρουσία τουλάχιστον 4 μελών. Η λειτουργία του ΤΕΚΕ είναι αυτόνομη καθώς έχει το δικό του ολιγάριθμο προσωπικό, εκδίδει εσωτερικούς κανόνες διαχείρισης και εξασφαλίζει δικά του μη κρατικά κεφάλαια[15]. Το ΔΣ ασχολείται με κάθε ζήτημα διαχείρισης, διακυβέρνησης και εκπροσώπησης. Για την τελευταία αρμόδιος έναντι παντός τρίτου είναι ο Πρόεδρος. Επιπλέον, πρόκειται για έναν οικονομικό φορέα που οφείλει να έχει διαφανείς οικονομικές καταστάσεις, για αυτό το ΔΣ αναθέτει σε ελεγκτές τον ετήσιο έλεγχο. Παράλληλα, το ΤΕΚΕ λόγω της σοβαρότητας των στοιχείων που διαχειρίζεται επιβάλλει σε κάθε συνδεόμενο με αυτό πρόσωπο καθήκον εχεμύθειας και επαγγελματικό απόρρητο[16].
Το πρώτο σκέλος του ΤΕΚΕ αφορά την παροχή αποζημιώσεων στους καταθέτες των πιστωτικών ιδρυμάτων όταν αυτά καταστούν ανίκανα να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους[17]. Αντανακλά, δηλαδή, την ανάγκη εδραίωσης της εμπιστοσύνης των καταθετών στο τραπεζικό σύστημα. Το ΣΚΚ έχει μέλη του υποχρεωτικά αφενός, όλα τα τραπεζικά ιδρύματα της χώρας, όπως αυτά προσδιορίζονται στο άρθρο 3 του ν.4261/2014[18] εκτός της Τράπεζας της Ελλάδος και του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, αφετέρου όλα τα εγκατεστημένα στην Ελλάδα πιστωτικά ιδρύματα τρίτων χωρών, στα οποία δεν υπάρχει αντίστοιχος φορέας με το ΤΕΚΕ. Μία τράπεζα που δε συμμετέχει στο εν λόγω σκέλος, δεν δύναται να δεχθεί καταθέσεις[19]. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ΣΚΚ αποζημιώνει και καταθέτες ελληνικών πιστωτικών υποκαταστημάτων που βρίσκονται σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε τρίτες χώρες που δεν έχουν ισοδύναμο με το ελληνικό σύστημα εγγύησης καταθέσεων[20].
Τα μέλη του ΣΚΚ υποχρεούνται να καταβάλλουν εισφορές. Μέσα σε ένα μήνα από την ένταξή τους στο ΣΚΚ οφείλουν να καταθέσουν την αρχική εισφορά. Έπειτα, υποβάλλονται τακτικές εισφορές από τα πιστωτικά ιδρύματα σε ενιαύσια βάση μέχρι την κάλυψη του επιδιωκόμενου κεφαλαίου. Τέλος, σε περίπτωση που παραστεί ανάγκη, καταβάλλονται και έκτακτες εισφορές, όπως αυτές ρυθμίζονται με απόφαση του ΔΣ. Το ζήτημα που τίθεται συνήθως σχετικά με τις έκτακτες εισφορές, είναι ότι αυτές ζητούνται σε περιόδους οικονομικής αστάθειας, όπου η συνεισφορά από τις τράπεζες καθίσταται ιδιαίτερα επαχθής. Επιπρόσθετα, το ΣΚΚ διαθέτει ιδρυτικό κεφάλαιο και Πρόσθετο Κεφάλαιο Κάλυψης Καταθέσεων[21]. Σε περίπτωση μη τήρησης των προβλεπόμενων υποχρεώσεων από μέλος του ΣΚΚ, τίθεται προθεσμία συμμόρφωσής του από το ΤΕΚΕ. Αν παρέλθει η προθεσμία αυτή και το πιστωτικό ίδρυμα δεν συμμορφωθεί με τις επιτάξεις του ΤΕΚΕ, τότε αυτό το αποκλείει από το ΣΚΚ και η ΤτΕ αναστέλλει τη λειτουργία του (αρθ.52 παρ.1 περ. β ν.4370/2016). Ένα πιστωτικό ίδρυμα μπορεί και εκουσίως να αποχωρήσει από το ΣΚΚ, αρκεί να γίνει μέλος ενός άλλου συστήματος εγγύησης καταθέσεων. Στην περίπτωση αυτή, οι τακτικές εισφορές που κατέβαλε τον τελευταίο χρόνο μεταφέρονται στο νέο σύστημα[22].
Όσον αφορά τους καταθέτες που δικαιούνται την εν λόγω αποζημίωση, σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται τόσο οι έχοντες τραπεζικό λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα, όσο και αυτοί που έχουν πιστωτικό υπόλοιπο σε λογαριασμούς προσωρινού χαρακτήρα[23]. Οι καταθέσεις που αποζημιώνονται από το ΣΚΚ ονομάζονται επιλέξιμες, όπως ορίζεται στην παρ.1 αρθ.8 ν.4370/2016. Στο ίδιο άρθρο προβλέπονται και οι καταθέσεις που εξαιρούνται από το σκέλος της αποζημίωσης.
Σχετικά με την αποζημίωση των δικαιούχων καταθετών, αυτή έχει ως ανώτερο όριο το ποσό των 100.000 ευρώ ανά καταθέτη (αρθ.9 παρ.1 ν4370/2016). Στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου προβλέπονται οι κατ’ εξαίρεση περιπτώσεις στις οποίες το ανώτερο όριο αποζημίωσης φτάνει το ποσό των 300.000 ευρώ. Οι περιπτώσεις αυτές αφορούν κυρίως πράξεις υψίστης κοινωνικής σπουδαιότητας και έχουν χρονικό περιθώριο 6 μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης[24]. Περαιτέρω στο άρθρο 10 προβλέπονται ειδικότερες περιπτώσεις υπολογισμού του ποσού αποζημίωσης, όπως για παράδειγμα στους κοινούς λογαριασμούς, όπου το προαναφερθέν όριο είναι ξεχωριστό για κάθε συνδικαιούχο του λογαριασμού (παρ.1). Το όριο των 100.000 ευρώ θεωρείται ένα αρκετά ικανοποιητικό ποσό αποζημίωσης, δεδομένου ότι αφορά ατομικά τον κάθε καταθέτη κάθε τράπεζας και συνεπώς στην πραγματικότητα μπορεί να είναι υψηλότερο από αυτό[25].
Στο άρθρο 11 προβλέπεται η διαδικασία ενεργοποίησης του ΣΚΚ. Σύμφωνα με την παρ.1 «Το ΤΕΚΕ αποζημιώνει τους καταθέτες εφόσον μια κατάθεση καταστεί μη διαθέσιμη». Το ΣΚΚ τίθεται σε εφαρμογή όταν κηρυχθεί από την Τράπεζα της Ελλάδας ή από δικαστική απόφαση η ανικανότητα του πιστωτικού ιδρύματος να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι των καταθετών του. Στη συνέχεια, κοινοποιείται η εν λόγω απόφαση στο ΤΕΚΕ και αυτό καταρτίζει κατάλογο των καταθετών που πρέπει να αποζημιωθούν (παρ.3 αρθ.11). Σύμφωνα με την παρ.3 του άρθρου 11, το ποσό δίνεται στους καταθέτες εντός 7 ημερών από την ημερομηνία όπου καθίσταται «μη διαθέσιμη» η κατάθεση (ημερομηνία αδυναμίας). Στις παραγράφους 5 και 6 του ίδιου άρθρου αναγράφονται οι περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν δίνεται αποζημίωση στους καταθέτες. Οι καταθέτες έχουν ευθεία αξίωση για αποζημίωση από το ΤΕΚΕ, η οποία υπόκειται σε πενταετή παραγραφή.
Το δεύτερο σκέλος του ΤΕΚΕ αφορά την αποζημίωση των επενδυτών όταν διαπιστώνεται από την αρμόδια αρχή εποπτείας ή από δικαστική αρχή ότι ένα πιστωτικό ίδρυμα αδυνατεί να ικανοποιήσει τις υποχρεώσεις του απέναντί τους. Η αποζημίωση αυτή ισούται με 30.000€ κατ’ ανώτατο όριο ανά επενδυτή. Όλες οι απαιτήσεις του προστίθενται ώστε να ανευρεθεί το σύνολο τους και να προσδιοριστεί το ποσό της κάλυψης[26]. Προκειμένου ένα ίδρυμα να προσφέρει επενδυτικές υπηρεσίες υποχρεούται να είναι υπό το δίχτυ προστασίας κάποιου συστήματος εγγύησης, το οποίο οφείλει να το ανακοινώνει στους πελάτες του. Το ελληνικό σύστημα εγγύησης των επενδύσεων υιοθετεί την ex ante ρύθμιση σύμφωνα με την οποία τα αποθεματικά για την κάλυψη των αποζημιώσεων σχηματίζονται πριν την εμφάνιση του κινδύνου με ετήσιες εισφορές, χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο καταβολής έκτακτων εισφορών αν δεν αρκούν τα αποθεματικά.
Παρά την ενοποίηση των συστημάτων εγγύησης επενδύσεων με των καταθέσεων στο νομικό πρόσωπο του ΤΕΚΕ με το Ν. 3746/2009 τα ταμεία αυτά διατηρούν την αυτοτέλειά τους[27].Το ΤΕΚΕ μετά τη διαπίστωση της αφερεγγυότητας ενός πιστωτικού ιδρύματος με απόφαση της ΤτΕ ή δικαστηρίου, ενεργεί άμεσα από κοινού με το πιστωτικό ίδρυμα και την ΤτΕ για την καταβολή των αποζημιώσεων. Για αυτές, οι επενδυτές έχουν και ευθεία αξίωση κατά του ΤΕΚΕ, η οποία υπόκειται σε πενταετή παραγραφή μετά την πάροδο των νόμιμων προθεσμιών καταβολής τους[28].
Το τρίτο σκέλος του ΤΕΚΕ σχετίζεται με την εξυγίανση των πιστωτικών ιδρυμάτων και είναι απόρροια της οδηγίας 2014/59/ΕΕ[29] που ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το ν.4335/2015[30]. Το σκέλος εξυγίανσης έχει το δικό του αυτοτελές ταμείο προκειμένου να χρηματοδοτεί τα μέτρα ανάκαμψης πιστωτικών ιδρυμάτων υπό κρίση. Τα μέτρα αυτά έρχονται ως επακόλουθο των εποπτικών, δεδομένου ότι η εξυγίανση συνδέεται άμεσα με την εποπτεία και τίθενται σε εφαρμογή όταν η τελευταία αποτυγχάνει. Σκοπός του μηχανισμού εξυγίανσης είναι η ανάκαμψη των πιστωτικών ιδρυμάτων, ώστε να μην καταστούν αφερέγγυα ή εφόσον αυτό έχει συμβεί η λήψη μέτρων εξυγίανσής τους για την αποτροπή ενεργοποίησης των προηγούμενων σκελών του ΤΕΚΕ.
Στο άρθρο 32 του ν.4335/2015 ορίζονται ως προϋποθέσεις για τη λήψη μέτρων εξυγίανσης η περιέλευση ενός τραπεζικού ιδρύματος σε καθεστώς αφερεγγυότητας από το οποίο δεν μπορεί να εξέλθει χωρίς αρωγή και η επαναφορά του σε υγειές καθεστώς επιβάλλεται από λόγους δημοσίου συμφέροντος. Οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά. Πριν την ενσωμάτωση της παραπάνω οδηγίας η επίβλεψη των μέτρων εξυγίανσης γινόταν από την ΤτΕ, από την έναρξη όμως του 2016 αρμόδιο είναι το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης (SRB), στο πλαίσιο λειτουργίας του Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης (SRM) στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα προβλεπόμενα μέτρα εξυγίανσης είναι τέσσερα και μπορούν να εφαρμοστούν αυτοτελώς ή σε συνδυασμό για καλύτερη αποτελεσματικότητα. Αυτά είναι η πώληση δραστηριοτήτων/περιουσιακών στοιχείων («sale of business tool»), η σύσταση μεταβατικού πιστωτικού ιδρύματος («bridge bank tool»), ο διαχωρισμός περιουσιακών στοιχείων («asset separation tool») και το εργαλείο διάσωσης με ιδία μέτρα[31]. Ανεξάρτητα από τα παραπάνω μέτρα εξυγίανσης του Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης σε εθνικό επίπεδο το ΤΕΚΕ μέσω του τρίτου σκέλους του παρέχει χρηματοδότηση μέτρων για τα αφερέγγυα πιστωτικά ιδρύματα και ρυθμίζεται από το ν.4370/2016. Το ΣΕ εξασφαλίζει τα κεφάλαια του μέσω των ετήσιων υποχρεωτικών εισφορών όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων που μετέχουν σε αυτό ή ενίοτε και μέσω έκτακτων τελών που επιβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 36 του ανωτέρου νόμου. Αξιοσημείωτο είναι ότι η ενεργοποίηση του ΣΕ ή άλλου μέτρου εξυγίανσης δε θέτει σε λειτουργία και τα άλλα δύο σκέλη του ΤΕΚΕ για αποζημιώσεις των καταθετών και των επενδυτών γιατί στόχος του είναι ακριβώς η αποφυγή κατάρρευσης των πιστωτικών ιδρυμάτων και άρα η ανάγκη αποζημίωσής τους[32].
Στο άρθρο 41 του ν.4370/2016, καθιερώνεται η υποχρέωση των τραπεζικών ιδρυμάτων να παρέχουν στο ΤΕΚΕ τις πληροφορίες που αυτό χρειάζεται για την εκπλήρωση του σκοπού του. Στο ίδιο άρθρο παρατίθενται ενδεικτικά ορισμένες από τις υποχρεώσεις των τραπεζών, μεταξύ των οποίων είναι ο καθορισμός των εισφορών (στοιχ.β), η παροχή πληροφοριών σε εθνικές και ευρωπαϊκές αρχές (στοιχ.στ) και η παρακολούθηση καταθέσεων και καταθετών (στοιχ.ζ). Αξίζει να σημειωθεί ότι το τραπεζικό απόρρητο δεν βρίσκει εφαρμογή όσον αφορά την παροχή πληροφοριών στο ΤΕΚΕ[33].
Στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου τίθεται η υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να διαθέτουν τα απαραίτητα τεχνολογικά συστήματα ενημέρωσης και παρακολούθησης λογαριασμών καταθετών. Τα στοιχεία αυτά ελέγχει η ΤτΕ, είτε με δική της πρωτοβουλία, είτε έπειτα από σχετικό αίτημα του ΤΕΚΕ.
Παράλληλα με την παροχή πληροφοριών προς το ΤΕΚΕ, το κάθε πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να ενημερώνει τους καταθέτες σχετικά με τη συμμετοχή του στο ΤΕΚΕ και την κάλυψη που αυτό παρέχει (αρθ.42 παρ.1). Οι καταθέτες αποτελούν τα αδύναμα μέλη στις σχέσεις τους με τις τράπεζες και συνεπώς πρέπει να εξασφαλίζεται ότι λαμβάνουν την αναγκαία ενημέρωση πριν από τη σύναψη σύμβασης ανοίγματος τραπεζικού λογαριασμού σχετικά με την παροχή αποζημιώσεων από το ΤΕΚΕ (παρ.2). Οι πληροφορίες αυτές παρέχονται είτε στα ελληνικά, είτε στη συμφωνημένη στην σύμβαση ανοίγματος λογαριασμού γλώσσα (παρ.5), ενώ δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν από το πιστωτικό ίδρυμα για διαφημιστικούς σκοπούς (παρ.6). Επιπρόσθετα, το πιστωτικό ίδρυμα πρέπει να ενημερώνει τους καταθέτες εντός ενός μήνα σε περίπτωση αποχώρησής του από το ΤΕΚΕ (παρ.8) καθώς και για τους όρους συμψηφισμού του άρθρου 10. Τέλος, είναι απαραίτητο τα πιστωτικά ιδρύματα να καταστήσουν σαφές στους καταθέτες και τους μελλοντικούς καταθέτες πότε τίθεται σε εφαρμογή το ΤΕΚΕ καθώς και το ανώτερο όριο αποζημιώσεων. Ωστόσο, στην πράξη η παροχή των απαραίτητων πληροφοριών σχετικά με το ΤΕΚΕ από τα πιστωτικά ιδρύματα στους καταθέτες είναι ελλιπής.
Λαμβάνοντας υπόψη όσα εκτέθηκαν, καθίσταται σαφές ότι τα χρηματοπιστωτικά συστήματα έχουν ιδιαίτερη θέση στην οικονομία και παίζουν καθοριστικό ρόλο στην κυκλοφορία των χρημάτων. Οι καταθέσεις αποτελούν τον πυρήνα επίτευξης των σκοπών μιας τράπεζας, διότι χωρίς αυτές δε θα εξασφαλιζόταν κεφάλαια για τις λοιπές δραστηριότητές της. Για το λόγο αυτό θεμελιώθηκε η προστασία τους τόσο σε εθνικό όσο και ενωσιακό επίπεδο, ενισχύοντας έτσι την εμπιστοσύνη των καταθετών και εξασφαλίζοντας την χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Ωστόσο, το ΤΕΚΕ, ως συγκροτημένος φορέας εγγύησης καταθέσεων στην Ελλάδα δεν έχει τύχει ποτέ πλήρους εφαρμογής, αφού το πρώτο σκέλος περί αποζημίωσης των καταθετών δεν έχει ενεργοποιηθεί μέχρι σήμερα. Η ύπαρξη συστημάτων εποπτείας και εξυγίανσης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων διασφαλίζει ότι το σκέλος της εγγύησης θα εφαρμοστεί μόνο σε έσχατες περιπτώσεις. Δημιουργείται όμως το εύλογο ερώτημα αν αυτός ο μηχανισμός θα καταφέρει να συγκεντρώσει επαρκή αποθεματικά και να λειτουργήσει σε περιόδους συστημικής κρίσης εξίσου αποτελεσματικά με τη θεωρητική πρόβλεψη του.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- Αλεξάκης Π., Καλφάογλου Φ., Το κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας των τραπεζών, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2024.
- Αλεξανδροπούλου-Αιγυπτιάδου Ε., Βαλτούδης Α., Βασιλειάδου Ε., Βολιώτης Δ., Γιαννοπούλου Ζ., Δέλλιος Γ., Καλαμπούκα Γιαννοπούλου Π., Μπίος Σ., Μυλώση Μ., Παπακυριάκου Θ., Παπακωνσταντίνου Α., Πλεύρη Ά., Ρόκας Α., Σινανιώτη Μαρούδη Α., Τζίβα Έ., Τσολακίδης Ζ., Χρυσοχού Χ., Πιστωτικά Ιδρύματα, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2018.
- ΑΠΟΦΑΣΗ 4677/2022, Μονομελές Εφετείο Αθηνών, «Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου ταμείο εγγύησης καταθέσεων – Επίδομα κεντρικής τράπεζας – Επίδομα θέσης/βαθμού».
- Γεωργιάδης Α. / Σταθόπουλου Μ., «Η επίδραση της συγχώνευσης τραπεζών επί των υποχρεώσεών τους προς το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων (ΤΕΚ)», Δίκαιο Επιχειρήσεων Εταιριών, ΤΝΠ QUALEX.
- Δούβλης Βασίλης, Ευρωπαϊκό Τραπεζικό Δίκαιο, Εκδόσεις Αντ Ν. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή, 2003.
- Καλλιμόπουλος Γ.Δ, Καραγιάννης Κ.Γ., Τσολακίδης Ζ.Ν., Δίκαιο Τραπεζικών Συναλλαγών, Γενικό Μέρος Παθητικές Τραπεζικές Εργασίες, Τόμος Ι, εκδόσεις: Π.Ν. Σάκκουλας, 2019.
- Κουρμπέτης Σταύρος, «Η διαμόρφωση του περιεχομένου της γενικής υποχρέωσης για τη βέλτιστη παροχή επενδυτικών υπηρεσιών μετά τον Κανονισμό 2017/1129/ΕΕ την Οδηγία 2014/65/ΕΕ και τον Νόμο 4514/2018», ΕΦΑΠΟΛΔ (Εφαρμογές Αστικού Δικαίου & Πολιτικής Δικονομίας), ΤΠΝ QUALEX, 10/2019.
- Μουσάς Νικόλας, «Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων», Χρηματοπιστωτικό Δίκαιο, , ΤΝΠ QUALEX, σελ.270.
- Ν.3606/2007, «Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις», (ΦΕΚ Α’ 195/17.08.2007).
- Ν. 4335/2015 «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4334/2015 (Α’ 80)», (ΦΕΚ Α’ 87/23.07.2015).
- Ν. 4370/2016 «Συστήματα Εγγύησης Καταθέσεων, Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων και άλλες διατάξεις», ενσωμάτωση της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ, (ΦΕΚ 37/Α/07.03.2016).
- Ν.2324/1995 «Τροποποίηση της νομοθεσίας για τα Χρηματιστήρια Αξιών, Οργάνωση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, Σύστημα Εγγύησης Καταθέσεων και άλλες διατάξεις», (ΦΕΚ 146/Α/17-7-1995).
- Ν.2832/2000 «Κωδικοποίηση των διατάξεων για τη σύσταση, οργάνωση και λειτουργία συστήµατος καταθέσεων και τροποποίηση και συµπλήρωση του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος», (ΦΕΚ 141/Α/13-6-2000)
- Ν.3746/2009, «Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων (ΤΕΚΕ), ενσωμάτωση των Οδηγιών 2005/14/ΕΚ για την υποχρεωτική ασφάλιση οχημάτων και 2005/68/ΕΚ σχετικά με τις αντασφαλίσεις και λοιπές διατάξεις.», ( ΦΕΚ Α΄27/16.2.2009).
- Ν.4261/2014 «Πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ), κατάργηση του ν. 3601/2007 και άλλες διατάξεις», (ΦΕΚ Α’ 107/05-05-2014).
- Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου, L 145 της 30/04/2004 σ. 0001 – 0044, που κυρώθηκε από τη χώρα μας με τον ν. 3606/2007 (ΦΕΚ Α’ 195/17.08.2007).
- Οδηγία 2009/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2009, για την τροποποίηση της οδηγίας 94/19/ΕΚ περί των συστημάτων εγγυήσεως των καταθέσεων όσον αφορά το επίπεδο κάλυψης και την προθεσμία εκταμίευσης, L 68/3 13.3.2009 που κυρώθηκε από την χώρα μας με τον ν.3746/2009 ( ΦΕΚ Α΄27/16.2.2009).
- Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87/23.07.2015).
- Οδηγία 77/780/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 1977, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και την άσκηση της δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος, L 322 της 17/12/1977 σ. 0030 – 0037 που κυρώθηκε από την χώρα μας με τον ν.1665/1986 (ΦΕΚ Α΄194/4.12.1986)
- Οδηγία 94/19 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ε.Ο.Κ. της 30ής Μαίου 1994 περί των συστημάτων εγγυήσεως των καταθέσεων, ΕΟΚ L135/5 της 30/05/1994 που κυρώθηκε από τη χώρα μας με τον ν.2324/1995 (ΦΕΚ 146/Α/17-7-1995).
- Ρόκας Ν., Γκόρτσος Χ., Μικρουλέα Αλ., Λιβαδά Χρ., Στοιχεία Τραπεζικού Δικαίου, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη,2016.
- Ψυχομάνης Σπύρος Δ., Εγχειρίδιο Τραπεζικού Δικαίου, Εκδόσεις Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2016.
[1] Ν. 4370/2016 «Συστήματα Εγγύησης Καταθέσεων, Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων και άλλες διατάξεις», ενσωμάτωση της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ, (ΦΕΚ 37/Α/07.03.2016).
[2] Ν.2324/1995 «Τροποποίηση της νομοθεσίας για τα Χρηματιστήρια Αξιών, Οργάνωση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, Σύστημα Εγγύησης Καταθέσεων και άλλες διατάξεις», (ΦΕΚ 146/Α/17-7-1995).
[3] Οδηγία 94/19 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ε.Ο.Κ. της 30ής Μαίου 1994 περί των συστημάτων εγγυήσεως των καταθέσεων, ΕΟΚ L135/5 της 30/05/1994 που κυρώθηκε από τη χώρα μας με τον ν.2324/1995 (ΦΕΚ 146/Α/17-7-1995).
[4] Οδηγία 77/780/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 1977, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και την άσκηση της δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος, L 322 της 17/12/1977 σ. 0030 – 0037 που κυρώθηκε από την χώρα μας με τον ν.1665/1986 (ΦΕΚ Α΄194/4.12.1986)
[5] Δούβλης Βασίλης, Ευρωπαϊκό Τραπεζικό Δίκαιο, Εκδόσεις Αντ Ν. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή, 2003, σελ. 158.
[6] Ν.2832/2000 «Κωδικοποίηση των διατάξεων για τη σύσταση, οργάνωση και λειτουργία συστήµατος καταθέσεων και τροποποίηση και συµπλήρωση του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος», (ΦΕΚ 141/Α/13-6-2000)
[7] Γεωργιάδης Α. / Σταθόπουλου Μ., «Η επίδραση της συγχώνευσης τραπεζών επί των υποχρεώσεών τους προς το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων (ΤΕΚ)», Δίκαιο Επιχειρήσεων Εταιριών, ΤΝΠ QUALEX, σελ. 258.
[8] Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου, L 145 της 30/04/2004 σ. 0001 – 0044, που κυρώθηκε από τη χώρα μας με τον ν. 3606/2007 (ΦΕΚ Α’ 195/17.08.2007).
[9] N.3606/2007, «Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις», (ΦΕΚ Α’ 195/17.08.2007).
[10] Μουσάς Νικόλας, «Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων», Χρηματοπιστωτικό Δίκαιο, , ΤΝΠ QUALEX, σελ.270.
[11] Ν.3746/2009, «Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων (ΤΕΚΕ), ενσωμάτωση των Οδηγιών 2005/14/ΕΚ για την υποχρεωτική ασφάλιση οχημάτων και 2005/68/ΕΚ σχετικά με τις αντασφαλίσεις και λοιπές διατάξεις.», ( ΦΕΚ Α΄27/16.2.2009).
[12] Οδηγία 2009/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2009, για την τροποποίηση της οδηγίας 94/19/ΕΚ περί των συστημάτων εγγυήσεως των καταθέσεων όσον αφορά το επίπεδο κάλυψης και την προθεσμία εκταμίευσης, L 68/3 13.3.2009 που κυρώθηκε από την χώρα μας με τον ν.3746/2009 ( ΦΕΚ Α΄27/16.2.2009).
[13] Αλεξάκης Π., Καλφάογλου Φ., Το κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας των τραπεζών, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2024, σελ.284.
[14] Ρόκας Ν., Γκόρτσος Χ., Μικρουλέα Αλ., Λιβαδά Χρ., Στοιχεία Τραπεζικού Δικαίου, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη,2016, σελ.204-205
[15] ΑΠΟΦΑΣΗ 4677/2022, Μονομελές Εφετείο Αθηνών, «Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου ταμείο εγγύησης καταθέσεων – Επίδομα κεντρικής τράπεζας – Επίδομα
θέσης/βαθμού», σελ.4.
[16] Ρόκας Νικόλαος, Γκόρτσος Χρήστος, Μικρουλέα Αλεξάνδρα, Λιβαδά Χριστίνα, ο.π. , σελ. 209-210.
[17] Ρόκας Νικόλαος, Γκόρτσος Χρήστος, Μικρουλέα Αλεξάνδρα, Λιβαδά Χριστίνα, ο.π. σελ.204.
[18] Ν.4261/2014 «Πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ), κατάργηση του ν. 3601/2007 και άλλες διατάξεις», (ΦΕΚ Α’ 107/05-05-2014).
[19] Καλλιμόπουλος Γ.Δ, Καραγιάννης Κ.Γ., Τσολακίδης Ζ.Ν., Δίκαιο Τραπεζικών Συναλλαγών, Γενικό Μέρος Παθητικές Τραπεζικές Εργασίες, Τόμος Ι, εκδόσεις: Π.Ν. Σάκκουλας, 2019, σελ. 446
[20] Αλεξάκης Π., Καλφάογλου Φ, ο.π. σελ.285.
[21] Ρόκας Νικόλαος, Γκόρτσος Χρήστος, Μικρουλέα Αλεξάνδρα, Λιβαδά Χριστίνα, Στοιχεία Τραπεζικού Δικαίου, ο.π. σελ. 213-215.
[22] Ρόκας Νικόλαος, Γκόρτσος Χρήστος, Μικρουλέα Αλεξάνδρα, Λιβαδά Χριστίνα, Στοιχεία Τραπεζικού Δικαίου, ο.π. σελ.206-207.
[23] Ψυχομάνης Σπύρος Δ., Εγχειρίδιο Τραπεζικού Δικαίου, Εκδόσεις Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2016, σελ 90.
[24] Ψυχομάνης Σπύρος Δ, ο.π.
[25] Αλεξάκης Π., Καλφάογλου Φ., ο.π. σελ. 286.
[26] Κουρμπέτης Σταύρος, «Η διαμόρφωση του περιεχομένου της γενικής υποχρέωσης για τη βέλτιστη
παροχή επενδυτικών υπηρεσιών μετά τον Κανονισμό 2017/1129/ΕΕ την
Οδηγία 2014/65/ΕΕ και τον Νόμο 4514/2018», ΕΦΑΠΟΛΔ (Εφαρμογές Αστικού Δικαίου & Πολιτικής Δικονομίας), ΤΠΝ QUALEX, 10/2019, σελ. 997.
[27] Μουσάς Νικόλας, «Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων», Χρηματοπιστωτικό Δίκαιο, , ΤΝΠ QUALEX, σελ.270-271
[28] Ψυχομάνης Σπύρος Δ, ο.π. σελ. 91.
[29] Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87/23.07.2015).
[30] Ν. 4335/2015 «Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4334/2015 (Α’ 80)», (ΦΕΚ Α’ 87/23.07.2015).
[31] Αλεξανδροπούλου-Αιγυπτιάδου Ε., Βαλτούδης Α., Βασιλειάδου Ε., Βολιώτης Δ., Γιαννοπούλου Ζ., Δέλλιος Γ., Καλαμπούκα Γιαννοπούλου Π., Μπίος Σ., Μυλώση Μ., Παπακυριάκου Θ., Παπακωνσταντίνου Α., Πλεύρη Ά., Ρόκας Α., Σινανιώτη Μαρούδη Α., Τζίβα Έ., Τσολακίδης Ζ., Χρυσοχού Χ., Πιστωτικά Ιδρύματα, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 2018, σελ. 83-85.
[32] Ρόκας Νικόλαος, Γκόρτσος Χρήστος, Μικρουλέα Αλεξάνδρα, Λιβαδά Χριστίνα, Στοιχεία Τραπεζικού Δικαίου, ο.π. σελ. 368, 391.
[33] Ρόκας Νικόλαος, Γκόρτσος Χρήστος, Μικρουλέα Αλεξάνδρα, Λιβαδά Χριστίνα, Στοιχεία Τραπεζικού Δικαίου, ο.π. σελ. 403.

Αφήστε μια απάντηση