Μανέτα Νίκη Ειρήνη
Τριτοετής Φοιτήτρια Νομικής του ΔΠΘ
Η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί ένα εξαιρετικά επίκαιρο και σύνθετο φαινόμενο . Δεν περιορίζεται μόνο στην σωματική κακοποίηση αλλά και εκτείνεται στην λεκτική, ψυχολογική σεξουαλική βία επηρεάζοντας βαθιά την αξιοπρέπεια των θυμάτων. Στην Ελλάδα, η αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής ρυθμίζεται, κυρίως, από τον Ν. 3500/2006, ο οποίος ενισχύθηκε σημαντικά από το Ν. 5090/2024 .Ο Ν. 5090/2024 εισήγαγε εκτεταμένες τροποποιήσεις στον Ποινικό Κώδικα και στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με στόχο τόσο την επιτάχυνση της ποινικής διαδικασίας όσο και την αυστηρότερη αντιμετώπιση εγκλημάτων ενδοοικογενειακής βίας. Οι αλλαγές αυτές τονίζουν την αυξανόμενη κοινωνική απαίτηση για ουσιαστική προστασία των θυμάτων και αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης.
Συγκεκριμένα, η ενδοοικογενειακή βία συνίσταται σε κάθε μορφή βίας που ασκείται μεταξύ μελών της οικογένειας ή προσώπων που συνδέονται με σχέση συμβίωσης ή εξάρτησης. Περιλαμβάνει: την σωματική κακοποίηση, ψυχολογική ή λεκτική βία, σεξουαλική κακοποίηση, οικονομικό έλεγχο και εκφοβισμό, απειλές και εξαναγκασμό, καθώς και την βία ενώπιον ανηλίκων. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται πλέον στη βία που τελείται παρουσία ανηλίκου, καθώς αναγνωρίζεται ότι ακόμη και η απλή έκθεση ενός παιδιού σε σκηνές βίας προκαλεί σοβαρές ψυχολογικές επιπτώσεις. Ο Ν. 5090/2024 επιχείρησε να ενισχύσει το προστατευτικό πλαίσιο κατά της ενδοοικογενειακής βίας μέσα από αυστηρότερες ποινικές κυρώσεις και αυξημένες δυνατότητες παρέμβασης των δικαστικών αρχών. Αρχικά, μια από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις του νόμου αφορά την αυστηροποίηση των ποινών για αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας. Ο νομοθέτης επιδιώκει να καταστήσει σαφές ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως «ιδιωτικές οικογενειακές υποθέσεις», αλλά ως εγκλήματα κατά της προσωπικότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας .Οι νέες διατάξεις αφορούν ένα ευρύ πλαίσιο πού αυξάνουν τα όρια ποινών φυλάκισης και κάθειρξης για συγκεκριμένες μορφές κακοποίησης. Επίσης, ενισχύεται η πραγματική έκτιση των ποινών περιορίζοντας τις δυνατότητες μετατροπής ή αναστολής. Τέλος, διευρύνεται η έννοια της βίας ώστε να περιλαμβάνει κάθε μορφή κακοποιητικής συμπεριφοράς. Η αυστηροποίηση αυτή έχει τόσο κατασταλτικό όσο και συμβολικό χαρακτήρα, καθώς επιδιώκει να ενισχύσει την αποτρεπτική λειτουργία του ποινικού δικαίου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αλλαγές που αφορούν την προσωρινή κράτηση των κατηγορουμένων για εγκλήματα ενδοοικογενειακής βίας. Η προσωρινή κράτηση αποτελεί αυστηρό δικονομικό μέτρο πριν από την έκδοση της οριστικής δικαστικής απόφασης. Επιβάλλεται όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής και κρίνεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ύποπτος φυγής, ενδέχεται να τελέσει νέα εγκλήματα καθώς και να επηρεάσει μάρτυρες ή να παρεμποδίσει την απονομή δικαιοσύνης .Στις υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, η προσωρινή κράτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω του αυξημένου κινδύνου επανάληψης της βίαιης συμπεριφοράς και της ανάγκης άμεσης προστασίας του θύματος. Ο Ν. 5090/2024 ενίσχυσε το πλαίσιο επιβολής προσωρινής κράτησης και περιόρισε τις δυνατότητες άρσης της. Παράλληλα, δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην επικινδυνότητα του δράστη. Τέλος, επιδιώκεται ταχύτερη ποινική διαδικασία ώστε να αποφεύγεται η ατιμωρησία και η καθυστέρηση παροχής προστασίας στα θύματα.
Οι ρυθμίσεις αυτές συνδέονται άμεσα με την ανάγκη πρόληψης νέων περιστατικών βίας, ιδίως σε περιπτώσεις όπου το θύμα εξακολουθεί να βρίσκεται σε στενή σχέση ή συμβίωση με τον κατηγορούμενο. Η αποτελεσματική αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας δεν εξαντλείται στην αυστηροποίηση των ποινών. Απαιτείται ένα ολοκληρωμένο σύστημα προστασίας των θυμάτων, το οποίο να περιλαμβάνει: άμεση αστυνομική παρέμβαση, ψυχολογική και κοινωνική υποστήριξη, νομική βοήθεια και εκπαίδευση των αρμόδιων αρχών. Ο φόβος, η οικονομική εξάρτηση και η ψυχολογική πίεση συχνά εμποδίζουν τα θύματα να καταγγείλουν τη βία. Για τον λόγο αυτό, η Πολιτεία οφείλει να δημιουργεί συνθήκες ασφάλειας και εμπιστοσύνης.
Παρά τη γενική αποδοχή των νέων μέτρων, έχουν διατυπωθεί και προβληματισμοί σχετικά με την αυστηροποίηση του ποινικού πλαισίου. Ορισμένοι νομικοί υποστηρίζουν ότι η αύξηση των ποινών δεν αρκεί από μόνη της για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, εάν δεν συνοδεύεται από ουσιαστικές πολιτικές πρόληψης και κοινωνικής υποστήριξης. Επιπλέον, τίθενται ζητήματα αναλογικότητας ως προς την ευρύτερη χρήση της προσωρινής κράτησης, δεδομένου ότι πρόκειται για εξαιρετικό μέτρο που περιορίζει την προσωπική ελευθερία πριν από την καταδίκη. Ωστόσο, η ανάγκη προστασίας της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των θυμάτων καθιστά αναγκαία τη λήψη άμεσων και αποτελεσματικών μέτρων σε περιπτώσεις υψηλού κινδύνου.
Συμπερασματικά, η ενδοοικογενειακή βία αποτελεί μια σοβαρή παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και απαιτεί αποφασιστική αντιμετώπιση από την Πολιτεία. Ο Ν. 5090/2024 σηματοδοτεί μια σαφή στροφή προς αυστηρότερη ποινική μεταχείριση των δραστών και ενίσχυση της προστασίας των θυμάτων. Η αυστηροποίηση των ποινών και η ενίσχυση του θεσμού της προσωρινής κράτησης αποσκοπούν στην αποτροπή νέων περιστατικών βίας και στην εμπέδωση αισθήματος ασφάλειας στην κοινωνία. Παράλληλα, όμως, καθίσταται αναγκαία η διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ αποτελεσματικής καταστολής και σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Η πραγματική αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας δεν εξαρτάται μόνο από την αυστηρότητα των νόμων, αλλά και από τη διαμόρφωση μιας κοινωνίας που δεν ανέχεται τη βία, ενθαρρύνει την καταγγελία και στηρίζει έμπρακτα τα θύματα.
Βιβλιογραφία:
- Νόμος 3500/2006.
- Νόμος 5090/2024.
- Ποινικός Κώδικας.
- Κώδικας Ποινικής Δικονομίας.
- Μπέκας, Ποινικό δίκαιο, Ειδικό Μέρος, Εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 2020.
- Ευάγγελος Τόλης, Ενδοοικογενειακή Βία, Εκδόσεις Νομικής Βιβλιοθήκης, Αθήνα 2025 .

Απάντηση