Τζουμάνη Χριστίνα
Ασκούμενη Δικηγόρος
Ι. Εισαγωγή
Η ραγδαία ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης κατά τα τελευταία έτη έχει επιφέρει ουσιώδεις μεταβολές σε όλους τους τομείς μέχρι και στον τρόπο παραγωγής και διάδοσης πνευματικών έργων, θέτοντας υπό αμφισβήτηση θεμελιώδεις έννοιες του δικαίου πνευματικής ιδιοκτησίας. Ειδικότερα, η ικανότητα των αλγοριθμικών συστημάτων να παράγουν, με ελάχιστη ή και μηδενική ανθρώπινη παρέμβαση, έργα λόγου, τέχνης ή μουσικής, αναδεικνύει ένα κρίσιμο ζήτημα: κατά πόσον η παραδοσιακή έννοια του «δημιουργού», όπως αυτή ορίζεται στο δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας μπορεί να αποδοθεί στην τεχνητή νοημοσύνη ή στον ανθρώπινο παράγοντα που βρίσκεται πίσω από αυτή.
Εν προκειμένω, το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο της πνευματικής ιδιοκτησίας, το οποίο εδράζεται στην αρχή της πρωτοτυπίας και στην ύπαρξη προσωπικού πνευματικού δεσμού μεταξύ δημιουργού και έργου, εμφανίζεται κατ’ αρχήν απρόσφορο να περιλάβει περιπτώσεις παραγωγής περιεχομένου από συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης. Η απουσία ανθρώπινης δημιουργικής συμβολής, τουλάχιστον με την παραδοσιακή έννοια, καθιστά δυσχερή την απόδοση της ιδιότητας του δημιουργού και συνακόλουθα, την υπαγωγή των εν λόγω προϊόντων σε καθεστώς προστασίας. Παράλληλα, η λειτουργία των συστημάτων αυτών βασίζεται, σε μεγάλο βαθμό, στην εκπαίδευσή τους μέσω εκτεταμένων συνόλων δεδομένων, τα οποία συχνά περιλαμβάνουν έργα προστατευόμενα από το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας, εγείροντας περαιτέρω ζητήματα ως προς τη νομιμότητα της χρήσης τους.
Υπό το πρίσμα αυτό, ανακύπτει το ερώτημα όχι μόνο περί του εάν και υπό ποιες προϋποθέσεις τα παραγόμενα από Τεχνητή Νοημοσύνη έργα δύνανται να τύχουν νομικής προστασίας, αλλά και περί του ποιος θα πρέπει να αναγνωρίζεται ως φορέας των σχετικών δικαιωμάτων. Περαιτέρω, τίθεται ζήτημα επάρκειας του υφιστάμενου κανονιστικού πλαισίου, ιδίως υπό το πρίσμα των ευρύτερων εξελίξεων στο ενωσιακό δίκαιο, όπως αυτές αποτυπώνονται, μεταξύ άλλων, στον AI Act, καθώς και στη συνεχιζόμενη εφαρμογή του GDPR, οι οποίοι, αν και δεν ρυθμίζουν άμεσα το ζήτημα της πνευματικής ιδιοκτησίας, επηρεάζουν καθοριστικά το κανονιστικό περιβάλλον εντός του οποίου αναπτύσσονται και λειτουργούν τα συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης.
Σκοπός της παρούσας ανάλυσης είναι η διερεύνηση των ανωτέρω ζητημάτων, μέσω της ερμηνευτικής προσέγγισης του ισχύοντος δικαίου και το κατά πόσο αυτό μπορεί να εφαρμοστεί στα σύγχρονα δεδομένα. Ειδικότερα, θα εξεταστεί η έννοια του δημιουργού, η προβληματική της απόδοσης δικαιωμάτων επί των παραγόμενων έργων από την Τεχνητή Νοημοσύνη, καθώς και τα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν από την αναπαραγωγή προστατευόμενων έργων.
ΙΙ. Τι ισχύει σήμερα
Αρχικά θα ήταν σκόπιμο να κάνουμε μία αναφορά στο τι εφαρμόζεται μέχρι σήμερα, σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας. Στην ουσία, η πνευματική ιδιοκτησία εντάσσεται στο ευρύτερο φάσμα της διανοητικής ιδιοκτησίας, το οποίο περιλαμβάνει την πνευματική, όπως προαναφέραμε, αλλά και τη βιομηχανική ιδιοκτησία και προστατεύει όλα τα δικαιώματα του δημιουργού πάνω στα δημιουργήματά του υλικά και άυλα.
Ειδικότερα, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2121/1993 ως έργο νοείται κάθε πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης, που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή. Ένα πνευματικό δημιούργημα είναι το αποτέλεσμα της ανθρώπινης σκέψης, το οποίο ξεχωρίζει από όσα προϋπάρχουν είτε ως προς το περιεχόμενο είτε ως προς τη μορφή του, χάρη στον ιδιαίτερο και πρωτότυπο τρόπο με τον οποίο ο δημιουργός εκφράζει την αρχική του ιδέα. Η πρωτοτυπία συνίσταται στην προσωπική σφραγίδα του δημιουργού πάνω στο έργο, δηλαδή στην ατομικότητά του, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί μέσα από τη θεωρία και τη νομολογία. Όταν πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις, το έργο προστατεύεται από τον νόμο ως άυλο αγαθό και όχι ως υλικό αντικείμενο και μόνο ως προς τη συγκεκριμένη μορφή που του έδωσε ο δημιουργός.
Σε αυτό το σημείο αξίζει να ορίσουμε την έννοια του δημιουργού, όπως αυτή αποτυπώνεται στο δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας. Ο δημιουργός του έργου είναι το πρόσωπο που προστατεύεται κατ’ αρχήν από την πνευματική ιδιοκτησία. Σύμφωνα με το ευρωπαϊκό δίκαιο, δημιουργός μπορεί να είναι μόνο ένα φυσικό πρόσωπο, καθώς θεωρείται ότι μόνο ο άνθρωπος είναι σε θέση να παράγει πρωτότυπα πνευματικά έργα. Αντίθετα, στο αμερικανικό δίκαιο, όπου δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην οικονομική αξιοποίηση του έργου, ως δημιουργός μπορεί να θεωρηθεί και ένα νομικό πρόσωπο. Παρόλο που ο αρχικός δικαιούχος των πνευματικών δικαιωμάτων είναι ο δημιουργός, αυτό δεν σημαίνει ότι στα ευρωπαϊκά και ελληνικά συστήματα ένα νομικό πρόσωπο δεν μπορεί να απολαμβάνει προστασία. Ο δημιουργός έχει τη δυνατότητα να μεταβιβάσει το περιουσιακό του δικαίωμα είτε σε άλλο φυσικό πρόσωπο είτε σε νομικό πρόσωπο. Επιπλέον, υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο νόμος προβλέπει ότι το δικαίωμα μεταβιβάζεται αυτομάτως από τη στιγμή της δημιουργίας του έργου, όπως συμβαίνει σε σχέσεις εργασίας ή σε συμβάσεις έργου μεταξύ δημιουργού και τρίτου (φυσικού ή νομικού προσώπου).
Από τη στιγμή δημιουργίας του έργου και έπειτα, ο δημιουργός καθίσταται αυτοδικαίως δικαιούχος πνευματικών δικαιωμάτων επί του έργου του. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ρητά στον νόμο (άρθρα 1 και 6 Ν. 2121/1993) ότι η πνευματική ιδιοκτησία περιλαμβάνει δύο επιμέρους δικαιώματα, το ηθικό, το οποίο σχετίζεται με τον προσωπικό δεσμό του δημιουργού με το έργο του και το περιουσιακό, το οποίο διασφαλίζει στον δημιουργό την δυνατότητα να εκμεταλλευτεί το έργο του και να αποκομίσει περιουσιακό όφελος από αυτό. Το ηθικό δικαίωμα είναι ανεξάρτητο από το περιουσιακό και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα του δημιουργού να αναγνωρίζεται ως ο δημιουργός του έργου, η πνευματική σύνδεση του δημιουργού με το έργο του. Επιπλέον, σε περίπτωση που κάποιος παραβιάσει υπαίτια το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας, ο δημιουργός μπορεί να ζητήσει αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, σύμφωνα με το άρθρο 65 παρ. 2 του ίδιου νόμου. Σε κάθε περίπτωση στο δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας, μιλάμε για προστασία έργου/δημιουργήματος το οποίο δημιουργήθηκε με ανθρώπινη δημιουργική συμβολή. Συνεπώς με βάση ό,τι ισχύει μέχρι σήμερα και όσα προαναφέραμε, η Τεχνητή Νοημοσύνη, δεν είναι άνθρωπος και άρα δεν μπορεί να είναι νομικά «δημιουργός» με βάση το ισχύον δίκαιο.
ΙΙΙ. Κρίσιμο ζήτημα: έργα που παράγονται από Τεχνητή Νοημοσύνη
Η εμφάνιση έργων τα οποία παράγονται, εν όλω ή εν μέρει, μέσω συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης αναδεικνύει με ιδιαίτερη ένταση το ζήτημα της απόδοσης της ιδιότητας του δημιουργού. Η παραδοσιακή δογματική του δικαίου πνευματικής ιδιοκτησίας, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη ανθρώπινης δημιουργικής συμβολής, καλείται να αντιμετωπίσει φαινόμενα στα οποία η συμβολή αυτή είτε απουσιάζει είτε εμφανίζεται με τρόπο έμμεσο και δυσχερώς αξιολογήσιμο. Μπορούν εν τέλει να αποδοθούν πνευματικά δικαιώματα στα έργα της τεχνητής νοημοσύνης;
Για να προστατευθεί ένα έργο, βασική προϋπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, είναι να διαθέτει πρωτοτυπία. Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, η πρωτοτυπία συνδέεται άμεσα με την ανθρώπινη δημιουργικότητα. Ωστόσο, οι αλγόριθμοι τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να παράγουν έργα βασισμένα σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα και παραδείγματα που έχουν μάθει από ήδη υπάρχοντα δεδομένα χωρίς να διαθέτουν το στοιχείο της ανθρώπινης έμπνευσης. Για τον λόγο αυτό, τίθεται το ερώτημα αν τέτοια έργα ανταποκρίνονται στο απαιτούμενο όριο πρωτοτυπίας που προϋποθέτει η προστασία μέσω πνευματικών δικαιωμάτων.
Η συζήτηση αυτή καθίσταται ακόμη πιο σύνθετη αν ληφθεί υπόψη ότι, στο πλαίσιο του ενωσιακού δικαίου, η πρωτοτυπία ταυτίζεται με την «πνευματική δημιουργία του δημιουργού», δηλαδή με την ικανότητά του να προβαίνει σε ελεύθερες και δημιουργικές επιλογές και να αποτυπώνει την προσωπική του σφραγίδα στο έργο . Στις περιπτώσεις έργων που παράγονται μέσω Τεχνητής Νοημοσύνης, η ύπαρξη μιας τέτοιας δημιουργικής ανθρώπινης συμβολής δεν είναι πάντοτε εμφανής, ιδίως όταν το αποτέλεσμα προκύπτει από αυτοματοποιημένες διαδικασίες επεξεργασίας δεδομένων.
Ειδικότερα, τα συστήματα μηχανικής μάθησης λειτουργούν μέσω ανάλυσης μεγάλων συνόλων δεδομένων (corpora), από τα οποία εξάγουν στατιστικά και γλωσσικά πρότυπα. Το τελικό παραγόμενο αποτέλεσμα δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη άμεση αναπαραγωγή των αρχικών έργων, αλλά μάλλον μια αφαιρετική και πιθανοκρατική ανασύνθεση των χαρακτηριστικών τους . Υπό αυτή την έννοια, τίθεται το ερώτημα αν το παραγόμενο έργο μπορεί να θεωρηθεί ότι ενσωματώνει δημιουργικές επιλογές ή αν περιορίζεται σε μία στείρα αναπαραγωγή προϋπαρχόντων στοιχείων.
Παράλληλα, η αξιολόγηση της πρωτοτυπίας καθίσταται δυσχερέστερη όταν η ανθρώπινη παρέμβαση περιορίζεται στη ρύθμιση παραμέτρων ή στην επιλογή των δεδομένων εκπαίδευσης. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η συμβολή του ανθρώπου ενδέχεται να μην πληροί το απαιτούμενο επίπεδο δημιουργικότητας, καθώς οι επιλογές αυτές συχνά διέπονται από τεχνικούς ή λειτουργικούς περιορισμούς και όχι από ελεύθερη δημιουργική έκφραση.
Συνεπώς, η απάντηση στο ερώτημα περί προστασίας των έργων Τεχνητής Νοημοσύνης δεν είναι μονοσήμαντη. Εφόσον δεν μπορεί να εντοπιστεί επαρκής ανθρώπινη δημιουργική συμβολή, τα έργα αυτά ενδέχεται να μην πληρούν το κριτήριο της πρωτοτυπίας και κατ’ επέκταση, να μην απολαμβάνουν προστασίας πνευματικής ιδιοκτησίας. Αντίθετα, σε περιπτώσεις όπου η ανθρώπινη παρέμβαση είναι ουσιαστική και καθοριστική για το τελικό αποτέλεσμα, δεν αποκλείεται η αναγνώριση προστασίας, υπό την προϋπόθεση ότι το έργο αντανακλά την προσωπικότητα του δημιουργού.
Περαιτέρω, η ανάλυση της λειτουργίας των συστημάτων μηχανικής μάθησης καταδεικνύει ότι η παραγωγή περιεχομένου δεν αποτελεί αποτέλεσμα μιας ενιαίας δημιουργικής πράξης, αλλά μιας πολυσταδιακής διαδικασίας. Συγκεκριμένα, η ανάπτυξη ενός μοντέλου περιλαμβάνει τη συλλογή δεδομένων (corpus), την προεπεξεργασία τους, την επισημείωση (annotation) και, τέλος, την εκπαίδευση του αλγορίθμου, ο οποίος εξάγει στατιστικά και γλωσσικά χαρακτηριστικά και τα ενσωματώνει σε ένα «εκπαιδευμένο μοντέλο». Το μοντέλο αυτό δεν συνιστά απλή αποθήκευση των αρχικών έργων, αλλά μια αφαιρετική αναπαράσταση των προτύπων που εντοπίζονται σε αυτά .
Ωστόσο, από νομική άποψη, η διαδικασία αυτή εγείρει ζητήματα διότι η πράξη εκπαίδευσης ενδέχεται να περιλαμβάνει πολλαπλές αναπαραγωγές των αρχικών έργων, ακόμη και σε προσωρινή μορφή, γεγονός που εμπίπτει στο ευρύ πεδίο προστασίας του δικαιώματος αναπαραγωγής κατά το ενωσιακό δίκαιο . Παρά το γεγονός ότι ορισμένες από αυτές τις αναπαραγωγές μπορεί να καλύπτονται από εξαιρέσεις (π.χ. προσωρινά αντίγραφα στο πλαίσιο τεχνολογικής διαδικασίας), η συνολική νομική αξιολόγηση παραμένει σύνθετη.
Επιπλέον, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο το εκπαιδευμένο μοντέλο ή το παραγόμενο αποτέλεσμα μπορεί να χαρακτηριστεί ως παράγωγο έργο. Η σχετική θεωρία υπογραμμίζει ότι, σε αντίθεση με περιπτώσεις δημιουργικών διασκευών (όπως ένα remix), η διαδικασία επισημείωσης και εκπαίδευσης ακολουθεί προκαθορισμένους κανόνες και δεν αφήνει ουσιαστικό περιθώριο για ελεύθερες και δημιουργικές επιλογές εκ μέρους του ανθρώπου . Ως εκ τούτου, δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο περί πρωτοτυπίας στο επίπεδο αυτό.
Ακόμη, ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η ανθρώπινη συμβολή στο πλαίσιο της Τεχνητής Νοημοσύνης ενδέχεται να είναι έμμεση. Μπορεί να εντοπίζεται είτε στο στάδιο σχεδιασμού του συστήματος, είτε στην επιλογή και οργάνωση των δεδομένων, είτε στη μεταγενέστερη επιμέλεια του αποτελέσματος. Σύμφωνα με τη σχετική θεωρία, η ύπαρξη ανθρώπινης παρέμβασης δεν αποκλείεται, αλλά το κρίσιμο ζήτημα είναι αν αυτή συνιστά πρωτότυπη και δημιουργική συμβολή.
Κατά συνέπεια, η ύπαρξη ή μη της προστασίας των έργων Τεχνητής Νοημοσύνης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το εάν υπάρχει ανθρώπινη συμμετοχή. Όταν η ανθρώπινη συμβολή περιορίζεται σε τεχνικές ή λειτουργικές επιλογές, είναι πιθανό να μην πληρούται το κριτήριο της πρωτοτυπίας. Αντιθέτως, όταν ο άνθρωπος παρεμβαίνει δημιουργικά και καθοριστικά, ιδίως στα στάδια σύλληψης και τελικής διαμόρφωσης του έργου, μπορεί να θεμελιωθεί προστασία, εφόσον το αποτέλεσμα αντανακλά την προσωπική του σφραγίδα.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις προστασίας μέσω πνευματικών δικαιωμάτων, δεν αποκλείεται η προσφυγή σε εναλλακτικά καθεστώτα προστασίας, όπως τα εμπορικά απόρρητα ή τα δικαιώματα επί βάσεων δεδομένων. Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει ότι το ζήτημα της «ιδιοκτησίας» της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν περιορίζεται στο πεδίο του δικαίου πνευματικής ιδιοκτησίας, αλλά συνδέεται ευρύτερα με επιλογές πολιτικής και καινοτομίας που θα καθορίσουν το μέλλον της τεχνολογικής ανάπτυξης.
IV. Το ισχύον πλαίσιο σε Ε.Ε και Η.Π.Α.
Σε διεθνές επίπεδο, οι θεμελιώδεις κανόνες που διέπουν την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, όπως η Σύμβαση της Βέρνης και η Συνθήκη Πνευματικής Ιδιοκτησίας του WIPO, στηρίζονται επίσης στην ύπαρξη ανθρώπινου δημιουργού. Ωστόσο, δεν περιλαμβάνουν ειδικές ρυθμίσεις για τα έργα που δημιουργούνται από συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, γεγονός που δημιουργεί σημαντική νομική αβεβαιότητα. Από το 2019, ο WIPO έχει ξεκινήσει σχετικές διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη, χωρίς όμως να έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα κοινή διεθνής προσέγγιση.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η προστασία των έργων βασίζεται στην αρχή ότι πρέπει να αποτελούν «προσωπικές πνευματικές δημιουργίες». Ως εκ τούτου, περιεχόμενο που παράγεται εξ ολοκλήρου από AI δεν πληροί τα κριτήρια προστασίας, καθώς δεν αποδίδεται σε ανθρώπινο δημιουργό. Παρ’ όλα αυτά, γίνεται δεκτό στη θεωρία ότι όταν υπάρχει ουσιαστική ανθρώπινη συμβολή, όπως στην καθοδήγηση, επιλογή ή επεξεργασία του αποτελέσματος, μπορεί να θεμελιωθεί δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας.
Ο Κανονισμός για την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI Act) δεν ρυθμίζει άμεσα το ζήτημα της πνευματικής ιδιοκτησίας των έργων AI, αλλά επηρεάζει έμμεσα το πεδίο. Εισάγει υποχρεώσεις διαφάνειας για τους παρόχους συστημάτων AI και απαιτεί συμμόρφωση με το ισχύον δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας κατά την εκπαίδευση των μοντέλων. Με τον τρόπο αυτό, ενισχύεται η προστασία των δικαιωμάτων τρίτων και η σαφήνεια ως προς την προέλευση και τη χρήση των δεδομένων, θέτοντας τις βάσεις για μελλοντική εξειδίκευση του ρυθμιστικού πλαισίου.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η προσέγγιση είναι παρόμοια, καθώς το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύει μόνο πρωτότυπα έργα που αποτελούν προϊόν ανθρώπινης δημιουργίας. Τα έργα που δημιουργούνται αποκλειστικά από AI δεν πληρούν αυτή την προϋπόθεση και συνεπώς δεν προστατεύονται. Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση Thaler κατά του Γραφείου Πνευματικών Δικαιωμάτων των ΗΠΑ, όπου απορρίφθηκε αίτηση καταχώρισης έργου δημιουργημένου από AI λόγω έλλειψης ανθρώπινου δημιουργού. Το δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι ο σκοπός του δικαίου είναι η ενίσχυση της ανθρώπινης δημιουργικότητας και όχι η προστασία προϊόντων μηχανικής παραγωγής.
Συνολικά, παρά τις επιμέρους εξελίξεις, το νομικό πλαίσιο παραμένει προσανατολισμένο στον άνθρωπο ως δημιουργό, αφήνοντας τα έργα τεχνητής νοημοσύνης σε ένα πεδίο αβεβαιότητας που αναμένεται να αποτελέσει αντικείμενο μελλοντικών ρυθμίσεων.
V. Συμπέρασμα
Συμπερασματικά, η ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης θέτει υπό δοκιμασία θεμελιώδεις έννοιες του δικαίου πνευματικής ιδιοκτησίας, με κυριότερη την έννοια του δημιουργού. Το ισχύον νομικό πλαίσιο, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, παραμένει προσανατολισμένο στην ανθρώπινη δημιουργικότητα και στην έννοια της πρωτοτυπίας του δημιουργού. Υπό το πρίσμα αυτό, η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν μπορεί να θεωρηθεί δημιουργός, καθώς στερείται ανθρώπινης δημιουργικότητας και πρωτοτυπίας καθώς αναπαράγει δεδομένα που ήδη υπάρχουν.
Ωστόσο, η σημερινή πραγματικότητα εγείρει ερωτήματα σχετικά με την παραγωγή περιεχομένου μέσω συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης, η οποία αποτελεί ήδη ευρέως διαδεδομένο φαινόμενο, το οποίο δεν μπορεί να αγνοηθεί από τον νομοθέτη. Η απουσία σαφούς ρύθμισης ως προς την απόδοση δικαιωμάτων δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου και ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τόσο την καινοτομία όσο και την προστασία των δημιουργών.
Η ερμηνευτική προσαρμογή του υφιστάμενου δικαίου φαίνεται, προς το παρόν, να αποτελεί την επικρατούσα λύση, με βασικό κριτήριο την ύπαρξη ουσιαστικής ανθρώπινης δημιουργικής συμβολής. Παράλληλα, δεν αποκλείεται στο μέλλον η υιοθέτηση ειδικών ρυθμίσεων για τα έργα που παράγονται μέσω Τεχνητής Νοημοσύνης, είτε στο πλαίσιο του ενωσιακού δικαίου είτε μέσω διεθνών πρωτοβουλιών.
Σε κάθε περίπτωση, η εξεύρεση ισορροπίας μεταξύ της προστασίας της ανθρώπινης δημιουργικότητας και της προώθησης της τεχνολογικής καινοτομίας αποτελεί το κεντρικό ζητούμενο. Το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας καλείται να εξελιχθεί, διατηρώντας τον ανθρωποκεντρικό του χαρακτήρα, χωρίς όμως να παρεμποδίζει την ανάπτυξη νέων μορφών δημιουργίας που αναδύονται στο ψηφιακό περιβάλλον.
Βιβλιογραφία
- Κ. Χριστοδούλου, «Δίκαιο Πνευματικής Ιδιοκτησίας», 2η έκδοση 2023, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2023
- Ελένη Κουτσιούμπα, «Ζητήματα Πνευματικής Ιδιοκτησίας στις Ψηφιακές Εφαρμογές», Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Τμήμα Εφαρμοσμένης Πληροφορικής, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Τμήμα Νομικής, Θεσσαλονίκη, Φεβρουάριος 2024
- Ισμήνη Μπαλαλέ «Τεχνητή Νοημοσύνη και Πνευματικά Δικαιώματα: Η Περίπτωση του Copilot», Επιθεώρηση Δικαίου Πληροφορικής, τόμος 4 αρ. 1 2023, Θεσσαλονίκη
- Ambartsumian, Y. & Cannon, M. «Why the Obsession with Human Creativity? A Comparative Analysis on Copyright Registration of AI-Generated Works», Harvard International Law Journal, 2025
- Margoni T., Artificial Intelligence, Machine Learning and EU Copyright Law: Who owns AI?, CREATe Working Paper 2018/12, University of Glasgow, 2018
- Hugenholtz P.B., Quintais J.P., Copyright and Artificial Creation: «Does EU Copyright Law Protect AI-Assisted Output?», IIC – International Review of Intellectual Property and Competition Law, 52(9), 2021
- Φ.Κοτσένου, «Generative AI και Πνευματικά Δικαιώματα», διπλωματική εργασία, Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα, Μάιος 2025

Απάντηση