Κωνσταντίνος Κατσιλέρος,

Φοιτητής της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Σύμφωνα με έκθεση του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχάνων (ΣΕΒ), οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν βασικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας και καλύπτουν ένα εύρη φάσμα παραγωγικών δραστηριοτήτων. Παρά, όμως, τον κομβικό τους για την επιβίωση της ελληνικής οικονομίας ρόλο, οι επιχειρήσεις αυτές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν ένα θεμελιώδες πρόβλημα που δεν είναι άλλο από την περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Η αργοκίνητη γραφειοκρατία, η έλλειψη διαθεσιμότητας δανειακών κεφαλαίων και τα ψηλά επιτόκια είναι κάποιοι από τους λόγους που περιορίζουν την πρόσβαση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε ζωτικής σημασίας για αυτές κεφάλαια. Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό πως είναι αναγκαίο να βρεθούν εναλλακτικές μορφές χρηματοδοτήσεων που θα μπορέσουν να στηρίξουν την μικρομεσαία επιχειρηματικότητα και θα την βοηθήσουν να επιβιώσει εντός ενός περιβάλλοντος που συχνά αποθαρρύνει την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας.

Μια τέτοια εναλλακτική μορφή χρηματοδότησης είναι και η πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων ή αλλιώς Factoring. Πρόκειται για μια σύμβαση που, αφενός, συνάπτεται μεταξύ μιας τράπεζας ή μιας ειδικά αδειοδοτημένης ανώνυμης εταιρείας (factor/πράκτορας) και, αφετέρου μιας επιχείρησης πώλησης προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών (προμηθευτής), δια της οποίας η πρώτη αναλαμβάνει την παροχή προς την δεύτερη υπηρεσιών σχετικά με την είσπραξη, παρακολούθηση και προεξόφληση χρηματικών απαιτήσεων κατά οφειλετών της. Στο εθνικό δίκαιο η σύμβαση factoring ρυθμίζεται από το Ν. 1905/1990, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το Ν. 2367/1995, ενώ εφαρμογή τυγχάνει και η ΠΔΤΕ 2622/21.12.2009.[1]

Μέσω της σύμβασης factoring εξυπηρετούνται χρηματοδοτικοί, διαχειριστικοί και εγγυητικοί σκοποί. Ειδικότερα, η επιχείρηση/προμηθευτής μεταβιβάζει απαιτήσεις κατά πελατών της στον πράκτορα και αυτός με τη σειρά του τις προεξοφλεί αφαιρώντας ένα ποσοστό που αντιστοιχεί στον προεξοφλητικό τόκο. Με αυτόν τον τρόπο, ενισχύεται η ρευστότητα της επιχείρησης και εξυπηρετείται η διαχείριση των απαιτήσεων της επιχείρησης. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με το ΝΣΚ η σύμβαση factoring συνάπτεται εγγράφως (συστατικός τύπος) και αναγγέλλεται εγγράφως στον οφειλέτη. Τέλος, είναι αναγκαίο ο πράκτορας να είναι είτε τράπεζα που έχει εγκατασταθεί και λειτουργεί νόμιμα στην χώρα ή ΑΕ με αποκλειστικό σκοπό την άσκηση της δραστηριότητας αυτής. Η έλλειψη της παραπάνω ιδιότητας, όμως, δεν οδηγεί σε ακυρότητα της σύμβασης αλλά σε μέτρα διοικητικής φύσεως.[2]

Ένα ακόμη βασικό στοιχείο που θα πρέπει να γνωρίζει κανείς πριν την σύναψη μιας σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων είναι η διάκριση μεταξύ γνήσιου και μη γνήσιου factoring. Στο γνήσιο factoring, ο πράκτορας αναλαμβάνει τον κίνδυνο αφερεγγυότητας του οφειλέτη, ενώ ο προμηθευτής ευθύνεται μόνο σε περίπτωση ανυπαρξίας της απαίτησης ή λόγω πλημμελούς παροχής. Από την άλλη πλευρά, στο μη γνήσιο factoring, ο κίνδυνος αφερεγγυότητας του οφειλέτη παραμένει στον προμηθευτή. Ακόμη θα πρέπει να αναφερθεί πως ο οφειλέτης διατηρεί και μπορεί να προβάλλει κατά του πράκτορα τις ενστάσεις που είχε απέναντι στον προμηθευτή πριν τη αναγγελία.

Ακόμη μια σημαντική διάκριση είναι αυτή μεταξύ factoring με ή χωρίς προεξόφληση με κριτήριο τον χρόνο εξόφλησης των μεταβιβαζόμενων από τον προμηθευτή προς τον πράκτορα. Αν η εξόφληση των απαιτήσεων γίνεται όταν αυτές καθίστανται ληξιπρόθεσμες δεν υπάρχει προεξόφληση, ενώ αντιθέτως αν η πίστωση του λογαριασμού του προμηθευτή γίνεται με την εκχώρηση πρόκειται για σύμβαση πρακτορείας με προεξόφληση. Διαπιστώνεται, συνεπώς, πως δεν είναι αναγκαία η ύπαρξη προεξόφλησης και η επιχείρηση/προμηθευτής μπορεί να επωφεληθεί μόνον από τις διαχειριστικές και λογιστικές υπηρεσίες που παρέχει ο πράκτορας.

Συμπερασματικά, μέσω αυτής της σύντομης επισκόπησης της σύμβασης factoring, γίνεται αντιληπτό πως η πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων είναι μια εναλλακτική μορφή χρηματοδότησης με σημαντικά πλεονεκτήματα για μια μικρομεσαία επιχείρηση, καθώς της παρέχει άμεση ρευστότητα για την ικανοποίηση υποχρεώσεων της, διευκολύνει την παρακολούθηση και είσπραξη των απαιτήσεων και την απαλλάσσει από τον κίνδυνο αφερεγγυότητας στη περίπτωση του γνήσιου factoring.[3] Τέτοιου είδους εναλλακτικές δεν αντικαθιστούν πλήρως τις παραδοσιακές μορφές χρηματοδότησης, όπως για παράδειγμα το τραπεζικό δάνειο αλλά συμβάλλουν σε σημαντικό βαθμό στην επιβίωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Βιβλιογραφία:

  • Βενιέρης Ι. / Βερβεσός Ν. (επιμ.), Δίκαιο Εμπορικών Συμβάσεων: Πανεπιστημιακές παραδόσεις, Νομική Βιβλιοθήκη, 2021.
  • Γκόρτσος Χρ. Βλ. / Ρόκας Ν. Κ. / Μικρουλέα Π. / Λιβαδά Χ. Κ., Στοιχεία Τραπεζικού Δικαίου, Νομική Βιβλιοθήκη, 2016.
  • ΣΕΒ – Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών / EY, Οι Μεσαίες και Μικρές Επιχειρήσεις στην Ελλάδα, Μέρος Α΄: Συμβολή στην οικονομία, εξελίξεις και προκλήσεις, 2017. Διαθέσιμο στο: https://www.sev.org.gr/wp-content/uploads/2017/12/SMEs_partA.pdf
  • ΝΣΚ 66/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.
  • Ν. 1905/1990.
  • Ν. 2367/1995.
  • ΠΔΤΕ 2622/21.12.2009.

[1] Βενιέρης Ι. / Βερβεσός Ν. (επιμ.), Δίκαιο Εμπορικών Συμβάσεων: Πανεπιστημιακές παραδόσεις, Νομική Βιβλιοθήκη,2021, σελ 391.

[2] Γνωμοδότηση ΝΣΚ 66/2013.

[3]Γκόρτσος Χρ. Βλ. / Ρόκας Ν. Κ. / Μικρουλέα Π. / Λιβαδά Χ. Κ., Στοιχεία Τραπεζικού Δικαίου, Νομική Βιβλιοθήκη, 2016, σελ 640.

Αφήστε μια απάντηση

ΑΠΟΦΘΕΓΜΑ

«Λάβε θάρρος διότι το δίκαιο έχει πολύ μεγάλη ισχύ».

Ευριπίδης (485 – 406 π.Χ.) 

Discover more from Nomikoi Dialogoi

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading