Αρθρογράφος: Σερέπα Βασιλική-Ραφαέλλα
Φοιτήτρια Νομικής ΕΚΠΑ
Περίληψη
Το άρθρο εξετάζει τη δυνατότητα προστασίας ενός μεμονωμένου χρώματος ως εμπορικού σήματος στον χώρο της μόδας, με επίκεντρο τη νομολογιακά εμβληματική υπόθεση Christian Louboutin v. Yves Saint Laurent. Αναλύεται το αμερικανικό νομικό πλαίσιο του Lanham Act και η έννοια της «δευτερογενούς σημασίας». Παράλληλα, πραγματοποιείται συγκριτική επισκόπηση σε άλλα δίκαια.
Εισαγωγή
Η μόδα αποτελεί μία από τις πλέον εκφραστικές μορφές δημιουργικότητας, στην οποία η αισθητική ταυτότητα ενός οίκου λειτουργεί ως σύμβολο κύρους καθώς και ως εμπορεύσιμο αγαθό. Ανακύπτει, λοιπόν, το ερώτημα κατά πόσο τα δημιουργικά στοιχεία της μόδας και δε, τα χρωματικά στοιχεία ενός προϊόντος, μπορούν να τύχουν προστασίας στο πλαίσιο του Δικαίου Διανοητικής Ιδιοκτησίας (Intellectual Property/IP Law). Στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής τα προϊόντα της μόδας σπανίως προστατεύονται από το Copyright Act. Αντ΄αυτού, η προστασία τους αναζητείται πρωτίστως στον Lanham Act
(Trademark Act of 1946). Στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ελλάδα ισχύει η διάκριση του Δικαίου Διανοητικής Ιδιοκτησίας σε Δίκαιο Πνευματικής και Δίκαιο Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας, με τα εμπορικά σήματα να εντάσσονται στη δεύτερη κατηγορία. Η υπόθεση Christian Louboutin v. YSL ανέδειξε όλα τα κρίσιμα νομικά ζητήματα που αφορούν τα μονοχρωματικά σήματα στον χώρο της μόδας και αποτέλεσε σημείο αναφοράς σε άλλες έννομες τάξεις.
Πραγματικά περιστατικά υπόθεσης Christian Louboutin v. YSL
Ο Christian Louboutin ίδρυσε τον ομώνυμο οίκο μόδας το 1992. Πολύ γρήγορα, οι χαρακτηριστικές γόβες με την κόκκινη εξωτερική σόλα (Pantone 18-1663) έγιναν εμβληματικό σύμβολο υψηλής ραπτικής και πολυτέλειας. Το 2008 ο οίκος πέτυχε την καταχώριση της κόκκινης σόλας ως εμπορικό σήμα στις ΗΠΑ.
Τον Απρίλιο του 2011, η YSL κυκλοφόρησε σειρά ολοκόκκινων υποδημάτων, συμπεριλαμβανομένης και της σόλας. Η Louboutin άσκησε αγωγή για παραβίαση εμπορικού σήματος και αθέμιτο ανταγωνισμό, ισχυριζόμενη ότι παραβιάστηκε το κατοχυρωμένο σήμα της. Η YSL αντέτεινε ότι η κόκκινη σόλα είχε διακοσμητικό χαρακτήρα και δεν μπορούσε να κατοχυρωθεί ως σήμα.
Το νομικό ερώτημα ήταν το εξής: Η καταχώριση της κόκκινης σόλας ως εμπορικό σήμα από τη Louboutin είναι πράγματι προστατεύσιμη σύμφωνα με το δίκαιο εμπορικών σημάτων και, εάν ναι, μπορεί η Louboutin να εμποδίσει ανταγωνιστικές εταιρείες από τη χρήση της κόκκινης σόλας στα προϊόντα τους, όταν αυτό δημιουργεί κίνδυνο σύγχυσης στο καταναλωτικό κοινό;
Αναδρομή στην αμερικανική νομολογία περί χρωματικών σημάτων
Μέχρι το 1985, τα ομοσπονδιακά δικαστήρια των ΗΠΑ απέρριπταν την καταχώριση μεμονωμένων χρωμάτων ως σημάτων, θεωρώντας τα εγγενώς μη διακριτικά και επικίνδυνα προς μονοπώληση. Έτσι, τα χρώματα προστατεύονταν στο πλαίσιο ενός ενιαίου και ολοκληρωμένου σχεδίου. Η ανατροπή ήλθε με την υπόθεση In re Owens-Corning Fiberglass Corp.. Η Owens Corning είναι μία παγκόσμια εταιρεία κατασκευής οικοδομικών και βιομηχανικών υλικών, με εξειδίκευση στη μόνωση.
Ζήτημα στην υπόθεση αυτή ήταν εάν το ροζ χρώμα μονωτικού προϊόντος από υαλοβάμβακα έχρηζε προστασίας ως εμπορικό σήμα. Το δικαστήριο έκρινε στην υπόθεση αυτή ότι το ροζ χρώμα θα μπορούσε να προστατευθεί ως εμπορικό σήμα,
διότι το χρώμα έχει αποκτήσει “δευτερογενή σημασία” (“secondary meaning”) και, συνεπώς, ο ρόλος του δεν είναι απλώς λειτουργικός. Ως “δευτερογενή σημασία” στο δίκαιο των εμπορικών σημάτων εννοούμε την επίκτητη διακριτότητα ενός στοιχείου ενός σήματος, το οποίο, αν και δεν είναι εγγενώς μοναδικό, συνδέεεται άμεσα με τη συγκεκριμένη εταιρεία στο μυαλό των καταναλωτών. Κατά την αμερικανική νομολογία, κριτήρια απόδειξης δευτερογενούς σημασίας είναι τα ακόλουθα :
α) Διαφημιστικές δαπάνες
β) Μελέτες καταναλωτών που συνδέουν το σήμα με μία πηγή
γ) Κάλυψη του προϊόντος από τα ΜΜΕ
δ) Επιτυχία πωλήσεων
ε) Αποδείξεις απομιμήσεων
στ) Διάρκεια και αποκλειστικότητα της χρήσης ενός σήματος
Στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο έκρινε ότι η Owens Corning δικαιούτο να καταχωρίσει το ροζ χρώμα του μονωτικού υλικού της ως εμπορικό σήμα. Αφενός, επειδή το χρώμα δεν είχε λειτουργικό χαρακτήρα. Αφετέρου, επειδή κανένας άλλος αναταγωνιστής δε χρησιμοποίησε το ροζ χρώμα στα μονωτικά του υλικά, με αποτέλεσμα το χρώμα να αποκτήσει διακριτική δύναμη μέσω της σύνδεσης του καταναλωτικού κοινού με την Owens Corning (η σύνδεση αποδείχτηκε με σχετικές έρευνες απευθυνόμενες στους καταναλωτές). Για την επόμενη δεκαετία, υπήρχε διχογνωμία μεταξύ των δικαστηρίων στη νομική διαχείριση των μεμονωμένων χρωμάτων με βάση τον Lanham Act.
Η καθοριστική απόφαση ήλθε το 1995 στην υπόθεση Qualitex Co. v. Jacobson Products. Co., στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ αποφάνθηκε για το ζήτημα του μονοχρωματικού εμπορικού σήματος. Η Qualitex, εταιρεία στον κλάδο του στεγνού καθαρισμού, παράγει από τη δεκαετία του 1950, μεταξύ άλλων, σφουγγαράκια πρέσας στεγνού καθαρισμού χρώματος πράσινου – χρυσού σε στεγνοκαθαριστήρια. Για το χρώμα αυτό η εταιρεία εξασφάλισε προστασία το 1991 καταχωρώντας το ως εμπορικό σήμα. Ωστόσο, ήδη από το 1989, η ανταγωνιστική εταιρεία Jacobson χρησιμοποιούσε στα προϊόντα της το ίδιο ακριβώς χρώμα, με αποτέλεσμα η Qualitex να ασκήσει αγωγή εναντίον της για παραβίαση του εμπορικού της σήματος. Ο δικαστής Breyer διατύπωσε ότι: “δεν μπορούμε να βρούμε στους βασικούς στόχους του δικαίου καμία προφανή θεωρητική αντίρρηση για τη χρήση του χρώματος μόνο του ως εμπορικού σήματος, όπου το χρώμα αυτό έχει αποκτήσει σημασία “δευτερεύουσας σημασίας” και επομένως, προσδιορίζει και διακρίνει μία συγκεκριμένη μάρκα”. Επομένως, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ένα μεμονωμένο χρώμα μπορεί να αποτελέσει σήμα,
εφόσον:
α) δεν έχει λειτουργικό χαρακτήρα και
β) έχει αποκτήσει δευτερογενή σημασία.
Η απόφαση αυτή αποτέλεσε το θεμέλιο στο σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση Louboutin κατά YSL.
Christian Louboutin v. YSL: Απόφαση Πρωτοβάθμιου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου
Τον Απρίλιο του 2011, η Louboutin ενήγαγε την YSL για παραβίαση και παραποίηση εμπορικού σήματος, ψευδή ονομασία προέλευσης και αθέμιτο αναγωνισμό, διεκδικώντας τις αξιώσεις που προκύπτουν από τον Lanham Act. Η YSL
ανταπέδωσε με αγωγή για ακύρωση της προστασίας της κόκκινης σόλας της Louboutin ως εμπορικό σήμα. Συγκεκριμένα, η YSL απαίτησε αποζημίωση για αδικοπραξία στις επιχειρηματικές σχέσεις καθώς και για αθέμιτο ανταγωνισμό, ισχυριζόμενη ότι η κόκκινη σόλα δεν μπορούσε να καθιερώσει εμπορικό σήμα, διότι ο ρόλος της είναι διακοσμητικός και λειτουργικός. Το Περιφερειακό Δικαστήριο του Νότιου Διαμερίσματος της νέας Υόρκης (Πρωτοβάθμιο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο) αρνήθηκε την προστασία της κόκκινης σόλας, κρίνοντας ότι το χρώμα στη μόδα επιτελεί διακοσμητικό και άρα, λειτουργικό σκοπό. Επιπλέον, η αναγνώριση μονοπωλίου στο κόκκινο χρώμα και η αποκλειστική προστασία του θα δημιουργούσε αβεβαιότητα στην αγορά λόγω σημαντικού περιορισμού του ανταγωνισμού και θα περιόριζε την καλλιτεχνική ελευθερία των σχεδιαστών. Συνεπώς, σύμφωνα με το δικαστήριο, ακόμα κι αν η εξωτερική κόκκινη σόλα έχει αποκτήσει δευτερογενή σημασία, εξακολουθεί να εξυπηρετεί διακοσμητικές και αισθητικές ανάγκες και, επομένως, παραμένει μη προστατεύσιμη λόγω λειτουργικότητας.
Christian Louboutin v. YSL: Απόφαση Ομοσπονδιακού Εφετείου
Την υπόθεση έκρινε στη συνέχεια το Ομοσπονδιακό Εφετείο κατόπιν εφέσεως της Louboutin. Το Εφετείο, στηριζόμενο στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου για την υπόθεση της Qualitex, ανέτρεψε την υπόθεση, απορρίπτωντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, απέρριψε per se τη λειτουργικότητα στο χρώμα της σόλας, με την αιτιολογία ότι δεν ικανοποιεί κάποια συγκεκριμένη τεχνική ανάγκη. Άρα, η εξωτερική κόκκινη σόλα της Louboutin έχει αποκτήσει διακριτικότητα, η οποία συνίσταται στη χρωματική αντίθεση ανάμεσα στην κόκκινη σόλα και στο υπόλοιπο παπούτσι και έχει την ικανότητα να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα σήματα, ώστε να μη συγχέεται με άλλα παρόμοια. Κατά συνέπεια, το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση ότι, αφενός, η Louboutin διατηρεί το σήμα της για παπούτσια με κόκκινη σόλα σε αντίθεση με άλλο χρώμα και, αφετέρου, ότι η YSL μπορεί να εμπορεύεται και να πωλεί τα ολόχρωμα κόκκινα παπούτσια της, επειδή δεν υπάρχει αντίθεση. Επομένως, η απόφαση αποτελεί ιδιότυπο παράδειγμα ισόρροπης δικαστικής ρύθμισης, επειδή αναγνώρισε εν μέρει τα δικαιώματα και των δύο μερών.
Η αναγνώριση σήματος σε άλλες έννομες τάξεις: Το χρώμα της Louboutin ως εμπορικό σήμα
Ελλάδα και Ευρωπαϊκή Ένωση
Αν και η έννοια του σήματος δεν ορίζεται ρητώς, ορισμένα θεμελιώδη εννοιολογικά στοιχεία προκύπτουν από τον νόμο 4679/2020, ο οποίος ενσωματώνει στο ελληνικό δίκαιο την Οδηγία 2015/2436 ΕΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 2, §1 του νόμου,
εθνικό σήμα μπορεί να αποτελέσει οποιοδήποτε σημείο, υπό την προϋπόθεση ότι διαθέτει διακριτική ικανότητα και σαφήνεια.
Η διακριτική ικανότητα νοείται ως η δυνατότητα ενός σήματος να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μίας επιχείρησης από τα προϊόντα και τις υπηρεσίες άλλων επιχειρήσεων (άρθρο 2, §1, στοιχ. α’). Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην αφηρημένη διακριτική ικανότητα, ήτοι στη γενική ικανότητα ενός σημείου να λειτουργήσει ως διακριτικό γνώρισμα ανεξαρτήτως συγκεκριμένης κατηγορίας προϊόντων ή υπηρεσιών. Απόρροια της προκείμενης αφηρημένης διακριτικής ικανότητας είναι η η αυτοτέλεια που του σήματος έναντι του προϊόντος επί του οποίου αναφέρεται.
Ως σαφήνεια ορίζεται η δυνατότητα αναπαράστασης του σημείου αυτού στο μητρώο κατά τρόπο που επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές και στους τρίτους να προσδιορίζουν με ακρίβεια το αντικείμενο και την έκταση της παρεχόμενης προστασίας (άρθρο 2, §1, στοιχ. β’) . Ο ίδιος νόμος προβλέπει διάφορες κατηγορίες σημάτων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το σήμα θέσεως (άρθρο 2, §4, στοιχ. δ’). Κατά το γράμμα του νόμου, σήμα θέσεως είναι εκείνο που συνίσταται σε συγκεκριμένο τρόπο τοποθέτησης ή επίθεσης του σήματος στο προϊόν και αναπαρίσταται με απεικόνιση στην οποία προσδιορίζεται καταλλήλως η θέση του σήματος και το μέγεθος ή η αναλογία του προς τα σχετικά προϊόντα. Σχετίζεται άμεσα με την οπτική παρουσίαση πάνω στο προϊόν και μπορεί να έχει και μία εδαφική διάσταση, προσδ ιορίζοντας τον τρόπο που τοποθετείται σε ένα προϊόν με τρόπο τέτοιο, ώστε να διαφοροποιείται από τα υπόλοιπα σήματα. Στο πλαίσιο αυτό, η εξωτερική κόκκινη σόλα των υποδημάτων Louboutin δύναται να ενταχθεί στη σφαίρα προστασίας του σήματος θέσεως, διότι:
α) Αφορά σε οπτική παρουσίαση επί του προϊόντος, καθώς αποτελεί εξωτερικό χαρακτηριστικό του,
β) Έχει εδαφική διάσταση, διότι είναι τοποθετημένο σε συγκεκριμένο σημείο του προϊόντος (σόλα παπουτσιού) γ) Έχει αποκτήσει ισχυρή διακριτική ικανότητα, στο μέτρο που το καταναλωτικό κοινό συνδέει την κόκκινη σόλα αποκλειστικά με τα προϊόντα της εταιρείας Louboutin, με αποτέλεσμα να μην την εκλαμβάνει ως απλό διακοσμητικό στοιχείο.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στην υπόθεση Christian Louboutin vs Van Haren Schoenen BV . Το ολλανδικό κατάστημα Van Haren διέθετε στην αγορά υποδήματα με κόκκινη σόλα, γεγονός που η Louboutin εξέλαβε ως προσβολή του καταχωρισμένου σήματός της. Το Πρωτοδικείο της Χάγης υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα αιτούμενο να διευκρινισθεί αν το σημείο ασυνιστά “σχήμα” κατά την ένοια του άρθρου 3, §1, στοιχ. ε, σημ. iii της Οδηγίας 2008/95/ΕΚ. Το ΔΕΕ έκρινε ότι το σήμα της Louboutin δεν αφορά το σχήμα του προϊόντος αλλά το χρώμα καθαυτό, τοποθετούμενο σε συγκεκριμένη θέση και συνεπώς, δύναται να προστατευθεί ως σήμα θέσεως. Εν όψει της πλήρους εναρμόνισης της ελληνικής νομοθεσίας με το ενωσιακό κεκτημένο και της δεσμευτικότητας της ευρωπαϊκής νομολογίας, η ελληνική έννομη τάξη θα υιοθετούσε κατ’ αρχάς την προσέγγιση αυτή.
Κίνα
Κατά το κινεζικό δίκαιο περί εμπορικών σηματων (Trademark Law of the People’s Republic of China) το μεμονωμένο χρώμα δεν προστατεύεται καθεαυτό ως σήμα. Το άρθρο 8 προβλέπει ρητώς ότι μεταξύ των προστατευόμενων σημείων συγκαταλέγεται και ο συνδυασμός χρωμάτων, όχι,
όμως, το μοναδικό χρώμα. Ο νομοθετικός αυτός περιορισμός αποσκοπεί στην αποτροπή μονοπώλησης βασικών χρωματικών στοιχείων από μία επιχείρηση.
Ωστόσο, το άρθρο 11 του ίδιου νόμου προβλέπει τους λόγους αποκλεισμού από την προστασία, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έλλειψη διακριτικής ικανότητας (άρθρο 11, §3). Κατά τη γενική αρχή, σημείο που έχει αποκτήσει δευτερογενή διακριτική ικανότητα μέσω εκτεταμένης και παρατεταμένης χρήσης δύναται να καταστεί προστατεύσιμο,
ακόμη και αν δεν ήταν αρχικώς διακριτικό. Επομένως, εφόσον η Louboutin αποδείκνυε στο δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία (παραδείγματος χάριν, έρευνες αγοράς, στοιχεία αναγνωρισικότητας) ότι η κόκκινη σόλα έχει εδραιωθεί στο καταναλωτικό κοινό ως ένδειξη προέλευσης και έχει αποκτήσει ισχυρή δευτερογενή σημασία, θα μπορούσε να τύχει προστασίας από το κινεζικό δίκαιο.
Περαιτέρω προστασία μπορεί να αντληθεί και από τον νόμο κατά του Αθέμιτου Ανταγωνισμού. Στις 9 Σεπτεμβρίου 2022 το Δικαστήριο του Πεκίνου δικαίωσε τη Louboutin σε διαφορά με την εταιρεία Guangdong Wanlima Industrial, η οποία κυκλοφόρησε υποδήματα με πανομοιότυπη κόκκινη εξωτερική σόλα. Το Δικαστήριο έκρινε, κατά το άρθρο 6 (1) του Νόμου, ότι απαγορεύεται η διάθεση προϊόντων παρόμοιων σε βαθμό σύγχυσης με προϊόντα άλλων επιχειρήσεων. Προϋπόθεση εφαρμογής της διάταξης είναι η ύπαρξη εμπορικού σημείου με “ορισμένη επιρροή” . Το δικαστήριο θεώρησε ότι η Louboutin διαθέτει τέτοια αναγνωρισιμότητα και ότι η μίμηση της κόκκινης σόλας από τη Wanlima εγκυμονούσε σοβαρό κίνδυνο σύγχυσης του καταναλωτικού κοινού. Ως συνέπε ια, επιδικάστηκε αποζημίωση άνω του ενός εκατομμυρίου δολαρίων υπέρ της Louboutin. Αξίζει να επισημανθεί, ωστόσο, ότι η ευνοϊκή μεταχείριση της Louboutin στη συγκεκριμένη υπόθεση από τα κινεζικά δικαστήρια αποτελεί μάλλον εξαίρεση και δεν αντανακλά γενική τάση αποδοχής μονοχρωματικών σημάτων στο κινεζικό δίκαιο.
Συμπέρασμα
Η υπόθεση Christian Louboutin v. Yves Saint Laurent αναδεικνύει τη δυνατότητα προστασίας χρωμάτων ως εμπορικά σήματα, ακόμα και σε πεδία όπου τα χρώματα θεωρούνται καλλιτεχνικά ή διακοσμητικά σημεία. Η συγκεκριμένη απόφαση έθεσε τις βάσεις για μία πιο ευέλικτη προσέγγιση στα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας. Η κόκκινη σόλα της Louboutin αποτελεί πλέον κλασικό παράδειγμα επιτυχούς καθιέρωσης ενός μη παραδοσιακού σήματος, το οποίο απέκτησε διεθνή αναγνώριση και νομική προστασία από διαφορετικές έννομες τάξεις. Η υπόθεση επιβεβαιώνει ότι, ακόμα και σε έναν χώρο όπου το χρώμα ιδίως θεωρείται καλλιτεχνικό στοιχείο, δικαιική προστασία ως σήμα μπορεί να αποδοθεί μόνο όταν το χρωματικό σημείο έχει καθιερωθεί στη συνείδηση του καταναλωτικού κοινού και λειτουργεί σαφώς ως ένδειξη εμπορικής προέλευσης.
Fun Fact
Ήξερες πώς ο Christian Louboutin εμπνεύστηκε τις κόκκινες σόλες; Όλα ξεκίνησαν το 1992 στο ατελιέ του σχεδιαστή στο Παρίσι. Ολοκληρώνοντας το πρωτότυπο σχέδιο του, ο Christian Louboutin έκρινε τη σιλουέτα του παπουτσιού ιδιαιτέρως κομψή, ωστόσο, η μαύρη σόλα του φάνηκε πολύ μουντή και απρόσωπη. Σκεπτόμενος πώς θα μπορούσε να διαφοροποιήσει το σχέδιο του, το βλέμμα του έπεσε στη βοηθό του, η οποία έβαφε τα νύχια της εκείνη την ώρα με κόκκινο χρώμα. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε το έναυσμα της καλλιτεχνικής του δημιουργίας, η οποία καθιστά τον οίκο του ξεχωριστό έως και σήμερα. Άρπαξε το μανό από τα χέρια της, έβαψε όλη τη σόλα κόκκινη με το κόκκινο βερνίκι. Προσδίδοτνας στο παπούτσι ιδιαιτερότητα και προσωπικότητα.

Απάντηση