Γεράσιμος Έξαρχος
Προπτυχιακός Φοιτητής Νομικής
Université Sorbonne Paris Nord
Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (1982) και δη κατ’ εφαρμογή των άρθρων 74 και 83, ρυθμίζει την οριοθέτηση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) και της υφαλοκρηπίδας, αντιστοίχως. Αν και προδιαγράφει το επιδιωκόμενο τελικό αποτέλεσμα, ήγουν την επίτευξη «επιεικούς λύσης» στη χάραξη των θαλάσσιων συνόρων, παρά ταύτα αποφεύγει να δεσμεύσει τα κράτη σε οιανδήποτε συγκεκριμένη μεθοδολογία ή τεχνικό μέσο για την επίτευξη του προαναφερθέντος στόχου. Η παρούσα αδυναμία καταδεικνύει μια κεντρική νομική αντίφαση, ενώ η Σύμβαση επιδιώκει την καθιέρωση μιας κοινά αποδεκτής και δίκαιης οριοθέτησης, η ίδια αφήνει μετέωρη την εκάστοτε διαπραγμάτευση σε ό,τι αφορά την επιλογή μεθόδων, καθιστώντας την έννοια της «δίκαιης λύσης» αδόμητη και ευμετάβλητη.
A contrario προς τη Σύμβαση του 1958 περί Αιγιαλίτιδας Ζώνης, η οποία περιείχε εναργείς ενδείξεις μεθόδων οριοθέτησης, η Σύμβαση του 1982 περιορίζεται σε γενικές αρχές και σε ρήτρες που καλούν τα κράτη να συναφθεί συμφωνία επί της βάσης του διεθνούς δικαίου. Τα άρθρα 74 και 83 χαρακτηρίζονται από την παντελή απουσία αναφοράς σε εύληπτες τεχνικές, επί παραδείγματι η μέση γραμμή ή η αναλογική αρχή, γεγονός το οποίο κατέστησε δυνατή την ευρεία αποδοχή της Σύμβασης από τα κράτη-μέλη, τα οποία διέκριναν σε αυτήν μια φωτογραφία του υφιστάμενου δικαίου χωρίς την επιβολή νέων δεσμεύσεων.
Η εν λόγω διατύπωση αντικατοπτρίζει προδήλως την πολιτική πραγματικότητα της εποχής της υιοθέτησης, όπου η επίτευξη συναίνεσης προέβαλε ως μείζων στόχος, ακόμα και εις βάρος της νομικής σαφήνειας ή τεχνικής εξειδίκευσης. Παρά ταύτα, η απόρροια αυτής της πρακτικής ήτο να παραμείνει η έννοια της «επιεικούς λύσης» υπό αίρεση, ανοικτή σε ποικίλες ερμηνείες, οι οποίες καθιστούν δυσχερή την προβλεψιμότητα και την ομοιογένεια στην εφαρμογή.
Σχετικώς με τη ρητή αναφορά στα άρθρα 74 (1) και 83 (1) στη «δίκαιη λύση» υποδηλώνει την προτεραιότητα του δίκαιου αποτελέσματος έναντι της αυστηρής τυποποίησης διαδικασιών. Ωστόσο, εγείρεται ένας μείζων προβληματισμός, καθόσον παραμένει μια διαδικασία που εφαρμόζει αδόμητους ή άδικους κανόνες, δύναται να οδηγήσει σε δίκαιο αποτέλεσμα, θέση που επισημαίνεται ρητώς στη θεωρία και τη νομολογία.
Ούτως ειπείν, η υπόθεση Καμερούν/Νιγηρία (2002) συνιστά μια νομολογία σταθμό, καθώς το Διεθνές Δικαστήριο υιοθέτησε τη μέθοδο της ίσης απόστασης ως τεχνικό εργαλείο για την επίτευξη δίκαιου αποτελέσματος, ενσωματώνοντας τη διορθωτική προσέγγιση της επιείκειας (corrective equity approach). Η δοθείσα νομολογία καταδεικνύει την εδραίωση του εθιμικού χαρακτήρα της επιείκειας ως αναπόσπαστου στοιχείου του δικαίου της θαλάσσιας οριοθέτησης, υπό το πρίσμα τόσο της Σύμβασης του 1982 όσο και του προϋφιστάμενου εθιμικού δικαίου. Η επιείκεια, ως διορθωτικό μέσο, επιτρέπει την υπέρβαση της αυστηρής εφαρμογής γεωμετρικών ή τεχνικών κανόνων προς όφελος της αποκατάστασης της ισορροπίας και της δικαιοσύνης, πλην όμως να καταργεί την αναγκαιότητα σαφούς δικαιικής αιτιολόγησης και τεκμηρίωσης.
Η ευελιξία και η ασαφής διατύπωση ενισχύουν την δυνατότητα επιλογής εκ μέρους των κρατών, αλλά, ταυτοχρόνως, διατηρούν το καθεστώς νομικής αβεβαιότητας και προσφυγής σε ερμηνείες που μπορεί να είναι ασύμβατες ή ασύμμετρες. Η «αρχή ίσης απόστασης – ειδικών περιστάσεων» παρουσιάζει ενσωματωμένη δυσκολία στην εξασφάλιση προβλεψιμότητας, καθώς ο όρος «ειδικές περιστάσεις» μπορεί να επεκταθεί υπέρμετρα, οδηγώντας σε νομική υποκειμενικότητα.
Η προσφάτως αναδυθείσα αναγνώριση της ανάγκης για ταύτιση των ορίων του βυθού (υφαλοκρηπίδα) και των υπερκείμενων υδάτων (ΑΟΖ) απορρέει από πρακτικές και δικαιοδοτικές επιταγές, προκειμένου να αποσοβήσει σύγχυση και διενέξεις δικαιοδοσίας. Η κατάτμηση της δικαιοδοσίας σε διαφορετικά στρώματα θαλάσσιου χώρου δημιουργεί κενά και επικάλυψη, υπονομεύοντας την ορθολογική διαχείριση των φυσικών πόρων και την προστασία του περιβάλλοντος.
Επιπροσθέτως, η χρονική αλληλουχία των διαπραγματεύσεων και η αξιολόγηση εκ μέρους των κρατών των συμφερόντων τους σε ζώντες (π.χ. αλιεία) και μη ζώντες πόρους (π.χ. πετρέλαιο, φυσικό αέριο) επηρεάζει την τελική χάραξη των συνόρων, σφυρηλατώντας δυναμικές που δύναται να επιφέρουν ασυμφωνίες και ασυνέχειες μεταξύ των ορίων της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ. Παρά την ομοιότητα της νομικής ρύθμισης, δεν υφίσταται αναγκαστική ταύτιση των ορίων υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, δεδομένων των διαφορετικών αντικειμένων και νομικών συνεπειών της κάθε ζώνης.
Η ύπαρξη δυσαναλογίας στην κατανομή ζώντων πόρων, για παράδειγμα, επιβάλλει διαφοροποιημένη εφαρμογή κανόνων οριοθέτησης, γεγονός που ενδέχεται να καταλήξει σε αποκλίσεις των ορίων. Τέτοια απόκλιση δημιουργεί σύνθετα νομικά και διοικητικά προβλήματα, καθώς ένα τμήμα της ΑΟΖ ενός κράτους μπορεί να συμπίπτει με τμήμα της υφαλοκρηπίδας άλλου, προκαλώντας σύγχυση στη δικαιοδοσία, την εκμετάλλευση και την προστασία των θαλάσσιων πόρων.
Εν κατακλείδι, η Σύμβαση του 1982, μέσω της διακριτικής της απουσίας συγκεκριμένων μεθόδων, επιδιώκει να επιτρέψει την προσαρμογή των λύσεων στην πραγματικότητα κάθε υπόθεσης, διατηρώντας παράλληλα την πολιτική συνοχή και ευρεία αποδοχή του διεθνούς πλαισίου. Ωστόσο, η συνακόλουθη αοριστία απαιτεί ενισχυμένη ερμηνευτική αυστηρότητα, αξιοποίηση νομολογίας και εθιμικού δικαίου και αναζήτηση ισορροπίας μεταξύ αυστηρότητας και επιείκειας. Η πρόκληση για τη διεθνή κοινότητα και τους νομικούς φορείς είναι η διαρκής βελτίωση των κριτηρίων και διαδικασιών οριοθέτησης, ώστε να διασφαλιστεί η προβλεψιμότητα, η δικαιοσύνη και η βιωσιμότητα των λύσεων, εξυπηρετώντας τα συμφέροντα των κρατών και της διεθνούς τάξης.
Βιβλιογραφία:
• Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (Montego Bay, 1982), ειδικά τα άρθρα 74 και 83.
• Υπόθεση Καμερούν/Νιγηρία, Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, Απόφαση 2002, ICJ Reports 2002, σελ. 303 (κύρια αναφορά στη μέθοδο ίσης απόστασης και επιείκειας)
• Σταμπούλης, Κωνσταντίνος Α., Θαλάσσιες ζώνες κατά το Δίκαιο της Θάλασσας, Διπλωματική εργασία, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, 2022
• Δαμπαλή, Σοφία, Η Οριοθέτηση των Θαλάσσιων Ζωνών στο Δίκαιο της Θάλασσας, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 2018
• Δουράτσου Φανή, Το Δίκαιο της Θάλασσας και Ενεργειακά Θέματα, Πανεπιστήμιο Πειραιώς
• Δρ. Ευθύμιος (Άκης) Παπασταυρίδης, Το Δίκαιο των Οριοθετήσεων Θαλασσίων Ζωνών, Νομική Σχολή Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης .
• Ροζάκης, Χρήστος Λ. Ζώνες Εθνικής Δικαιοδοσίας στο Δίκαιο της Θάλασσας και η Ελλάδα. Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.
• EUR-Lex, επίσημη βάση νομοθεσίας ΕΕ για τη Σύμβαση ΔΘ.

Απάντηση