Γκόγκα Μαρία

Φοιτήτρια Νομικής Σχολής Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Στη σύγχρονη εποχή, η νομική πραγματικότητα φαίνεται να ανταποκρίνεται περισσότερο στην ιδέα του Σαντ σχετικά με το δίκαιο: «ο πιο δυνατός κρίνει πάντα πως είναι απολύτως δίκαιο αυτό που, στα μάτια του αδύνατου, περνά για άδικο, κι αν βάλουμε τον έναν στη θέση του άλλου, την ίδια στιγμή αλλάζουν και οι δύο εξίσου τρόπο σκέψης». Με την έννοια ότι, ο όντας δυνατός, καθορίζοντας το δίκαιο, μπορεί να αποφασίζει επίσης και τον βαθμό περιστολής των δικαιωμάτων του αδύναμου, ο οποίος, αδρανώντας, δέχεται σιωπηρά τη νέα του κατάσταση. Σε αυτήν ακριβώς την ιδέα έγκειται και η έννοια του συνταγματικού μιθριδατισμού, που διαρκώς αποδεικνύει την ισχύ του στα εσωτερικά τεκταινόμενα της χώρας.

Αναλυτικότερα, η έννοια του μιθριδατισμού ακολουθεί την ιστορία του τελευταίου βασιλιά του Πόντου, του Μιθριδάτη ΣΤ΄ Ευπάτορα (120-63 π.Χ.), ο οποίος, φοβούμενος ότι οι εχθροί του θα τον δηλητηρίαζαν, επιχειρούσε να εθίσει τον εαυτό του σε δηλητηριώδη πιόματα, χτίζοντας με αυτόν τον τρόπο ανοσία σε αυτά. Μάλιστα, λέγεται ότι ο βασιλιάς καυχιόταν τόσο για την εύρωστη ανοσία που είχε ευεργετικά αποκτήσει, ώστε προκαλούσε σε συμπόσια τους συνδαιτημόνες να τον δηλητηριάζουν με φαγητό και ποτό. Κατά την επικρατέστερη άποψη, υποστηρίζεται ότι ο Μιθριδάτης επιχείρησε να αυτοκτονήσει με δηλητήριο όταν κατακτήθηκε από τον Πομπήιο, πράγμα που δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει εξαιτίας της ανοσίας του σε αυτό. Για τον λόγο αυτό, ο Μιθριδάτης, για να μην παραδοθεί, παρακάλεσε έναν μισθοφόρο να τον σκοτώσει με σπαθί. Με τον τρόπο αυτό, ο βασιλιάς που είχε αφιερώσει τη ζωή του στην κατανάλωση δηλητηρίου, κατέστη αδύναμος να πεθάνει με εκείνο.

Η έννοια του μιθριδατισμού χρησιμοποιείται σήμερα μεταφορικά, δηλώνοντας τη σταδιακή έξη ενός ανθρώπου σε μια αρνητική κατάσταση ή ιδιότητα, η οποία, εξαιτίας της συχνότητάς της, καταλήγει να γίνεται αποδεκτή, μετριάζοντας νοητικά, με αυτόν τον τρόπο, τον βαθμό της επικινδυνότητάς της. Επομένως, με τον «συνταγματικό μιθριδατισμό» εννοείται ο κίνδυνος αδράνειας απέναντι σε παραβιάσεις του Συντάγματος, και ιδίως των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων που προστατεύονται από αυτό, έτσι ώστε οι συνεχείς παραβιάσεις του να θεωρούνται από την κοινή γνώμη αποδεκτές ή, ακόμα χειρότερα, συνηθισμένες.

Στη χώρα μας, ο συνταγματικός μιθριδατισμός διαφάνηκε κυρίως στην οικονομική κρίση του 2010, με την οποία περιστάλθηκαν ατομικά και οικονομικά δικαιώματα: επήλθε περιορισμός των συνταγματικών διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 Σ (αρχή της ανθρώπινης αξίας), του άρθρου 4 παρ. 5 Σ (ισότητα ενώπιον των δημόσιων βαρών), του άρθρου 17 παρ. 1 Σ (δικαίωμα στην ιδιοκτησία και περιουσία) και του άρθρου 22 παρ. 5 Σ (δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση). Το ίδιο συνέβη και στην εποχή του Covid-19, όπου περιορίστηκαν η οικονομική ελευθερία (άρθρο 5 παρ. 1 Σ), οι ελευθερίες κίνησης (άρθρο 5 παρ. 3-4 Σ), τα προσωπικά δεδομένα (άρθρο 9Α Σ), η συνάθροιση (άρθρο 11 Σ) και η θρησκευτική λατρεία (άρθρο 13 παρ. 2 Σ).

Στο σημείο αυτό, ο περιορισμός των ατομικών δικαιωμάτων συνδέεται με την προβληματική μέχρι ποιον βαθμό νομιμοποιείται συνταγματικά, ή έστω βάσει των γενικών αρχών του δικαίου, αυτός ο περιορισμός. Το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει, στο άρθρο 48, την κήρυξη της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας και τον συνακόλουθο περιορισμό δικαιωμάτων που αναφέρονται περιοριστικά στο γράμμα της διάταξης. Με αυτήν τη συλλογιστική, γίνεται αντιληπτό ότι τα δικαιώματα αυτά θυσιάζονται, κατά κάποιον τρόπο, για την επίτευξη ενός γενικού καλού, ενός υπέρτερου αγαθού, για την αποτελεσματικότερη αντίδραση του κράτους, θυμίζοντας το λατινικό ρητό salus populi suprema lex esto. Από την άλλη, διαπιστώνεται ότι ο περιορισμός των δικαιωμάτων αυτών δεν έχει παντοτινή ισχύ, αλλά το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει την αυτόματη κατάλυση των περιορισμών αυτών. Επιπλέον, η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, μέσω του σχετικού περιορισμού των δικαιωμάτων, δεν αποτελεί, εφόσον δεν προστατεύεται συνταγματικά, λόγο για τη συστολή τους. Επομένως, οι διαδοχικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αυθαίρετα, όχι απλώς αποτελούν παραβίαση του Συντάγματος, αλλά εμφιλοχωρούν τον κίνδυνο να γίνουν αποδεκτές από τον λαό, καθιερώνοντας το φαινόμενο του συνταγματικού μιθριδατισμού.

Συνεπώς, το συνταγματικό κείμενο δεν μπορεί και δεν πρέπει να αλλοιώνει τη συμβολική και νομική σημασία που έχει για την έννομη τάξη μας μέσα από αυθαίρετους περιορισμούς. Είναι καθήκον μας να προστατεύσουμε το Σύνταγμα και τον νομικό μας πολιτισμό, όπως ακριβώς ορίζεται και στο άρθρο 120 παρ. 4 Σ: «Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία», ενθυμούμενοι τον Σαντ ότι «είναι τρελός όποιος επιτρέπει στον εαυτό του να τον περιορίζουν».

Αφήστε μια απάντηση

Discover more from Nomikoi Dialogoi

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading