Γεράσιμος Έξαρχος – Φοιτητής Νομικής, Sorbonne Paris XIII
Η ποινική ευθύνη των ιατρών συνιστά ένα εκ των πολυδαίδαλων και πολυσχιδών αντικειμένων του ποινικού δικαίου, καθώς εντοπίζεται στο σημείο σύγκλισης νομικών, δεοντολογικών και επιστημονικών συνιστωσών. Η αδιάλειπτη πρόοδος της ιατρικής τεχνολογίας, ήγουν η ρομποτική χειρουργική και οι εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης καθώς και η εισαγωγή καινοφανών θεραπευτικών προσεγγίσεων, όπως οι εξατομικευμένες ογκολογικές θεραπείες, σφυρηλατούν ένα εξαιρετικά σύνθετο κανονιστικό πεδίο, το οποίο απαιτεί επανεκτίμηση των ερμηνευτικών και αξιολογικών εργαλείων του ποινικού δικαίου.
Η ποινική προσέγγιση της ιατρικής ευθύνης καλείται να ενσωματώσει τις επιστημονικές εξελίξεις, εξασφαλίζοντας συνάμα την αποτελεσματική προστασία των εννόμων αγαθών και τη διαφύλαξη της ασφάλειας δικαίου. Υπό το πρίσμα αυτό, καθίσταται αδήριτη η ανασύνταξη της ερμηνείας των εννοιών της αιτιώδους συνάφειας και της επιμελούς συμπεριφοράς, υπό το πρίσμα των νέων τεχνολογικών δεδομένων, με σκοπό τη συγκρότηση ενός δικαιοκρατικά συμβατού πλαισίου απονομής ποινικής ευθύνης.
Το παρόν επιστημονικό πόνημα διερευνά τις θεωρητικές βάσεις της ποινικής ευθύνης για πράξεις και παραλείψεις, αναλύει τα προαπαιτούμενα της αιτιώδους συνάφειας και της υπαιτιότητας και εστιάζει στον θεσμό της κατάστασης ανάγκης ως λόγου άρσης του αδίκου (Άρθρο 25 ΠΚ). Επιπροσθέτως, επιχειρεί διάκριση ως προς το μέτρο της ποινικής ευθύνης μεταξύ γενικών ιατρών και ιατρών εξειδικευμένης πρακτικής, εξετάζοντας συγχρόνως τη νομική θέση των ειδικευόμενων και των εποπτευόντων ιατρών. Τέλος, παρατίθεται συγκριτική επισκόπηση με τις ρυθμίσεις του γερμανικού και του αγγλοσαξονικού δικαίου, ιδίως ως προς τις έννοιες της quasi-Kausalität και του reasonable care.
Ποινική ευθύνη ιατρών: Από την πράξη στην παράλειψη
Η ποινική ευθύνη των ιατρών απορρέει από την τέλεση πράξης ή παράλειψης που πληροί τις προϋποθέσεις του ποινικού αδίκου. Η ευθύνη αυτή διακρίνεται σε δύο βασικές κατηγορίες. Αρχικά, στη ποινική ευθύνη από πράξη, η οποία βασίζεται στην ενεργητική συμπεριφορά του ιατρού και προκαλεί αιτιακά ένα αποτέλεσμα το οποίο θεωρείται ποινικά κολάσιμο. Παρά ταύτα, αυτή πρέπει να πληροί ορισμένες προϋποθέσεις. Μια από αυτές είναι ο αιτιώδης σύνδεσμος κατά τον οποίο η ενεργητική πράξη του ιατρού πρέπει να συνδέεται αιτιακά με το αποτέλεσμα. Για την τεκμηρίωση του αιτιώδους συνδέσμου εφαρμόζεται η θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας (causa proxima), όπως επιβεβαιώνεται εναργώς και από τη νομολογία στην Απόφαση 1218 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1218/2010, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ, Α2’ Πολιτικό Τμήμα “Αιτιώδης σύνδεσμος, κατά την κρατούσα θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας, υπάρχει, όταν το επιζήμιο γεγονός, κατά το χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανό κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς την μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη ζημία.”
Επιπλέον, η υπαιτιότητα μπορεί να λάβει δύο μορφές: τον Δόλο (Άρθρο 27 ΠΚ): Εάν ο ιατρός επιδιώκει ή αποδέχεται την πρόκληση του αποτελέσματος και την Αμέλεια. (Άρθρο 28 ΠΚ): Εάν ο ιατρός δεν επιδεικνύει την προσήκουσα επιμέλεια που απαιτείται από το επάγγελμά του, παραλείποντας την εφαρμογή των κανόνων της ιατρικής επιστήμης και δεοντολογίας. Ούτως ειπείν, από την ως άνω δικαστική απόφαση “Η υπαιτιότητα (δόλος ή αμέλεια) και η αιτιώδης συνάφεια είναι αόριστες νομικές έννοιες και ως εκ τούτου η κρίση του ουσιαστικού δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη αυτών υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα ειδικότερα της αιτιώδους συνάφειας ελέγχει αν οι πραγματικές διαπιστώσεις του δικαστηρίου της ουσίας επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου (περιουσιακού ή ηθικού) αποτελέσματος”.
A contrario, η παράλειψη ορίζεται ως η μη εκτέλεση μιας ορισμένης ενέργειας που θα έπρεπε να είχε πραγματοποιηθεί, και η οποία θα μπορούσε να αποτρέψει ένα αξιόποινο αποτέλεσμα, ήτοι συνιστά μια ειδική μορφή ποινικής ευθύνης όταν ο ιατρός αποτυγχάνει να δράσει όπως οφείλει και μπορεί. Εν προκειμένω, εφαρμόζεται το Άρθρο 15 ΠΚ, το οποίο αναφέρεται στα “εγκλήματα δια παραλείψεως”. Οι προϋποθέσεις ποινικής ευθύνης από παράλειψη συνιστούν αρχικά τη νομική υποχρέωση ενέργειας, σύμφωνα με την οποία παράλειψη καθίσταται αξιόποινη όταν υπάρχει ειδική υποχρέωση του ιατρού να δράσει. Αυτή μπορεί να απορρέει από:
Α) Την επαγγελματική του ιδιότητα (lex artis).
Β) Σύμβαση ή ρητή ανάθεση καθηκόντων (π.χ., χειρουργός κατά τη διάρκεια επέμβασης).
Γ) Το γενικό καθήκον αποτροπής κινδύνου που προκάλεσε ο ίδιος (π.χ., ιατρική παρέμβαση που δημιουργεί νέους κινδύνους).
Δ) Αιτιώδης σύνδεσμος: Πρέπει να αποδειχθεί ότι η παράλειψη του ιατρού συνέβαλε αιτιακά στην πρόκληση του αποτελέσματος.
Ε) Υπαιτιότητα: Η υπαιτιότητα εδώ εξετάζεται με βάση την αμέλεια, δεδομένου ότι σπάνια υφίσταται δόλος σε παραλείψεις (εκτός εάν πρόκειται για ακραίες περιπτώσεις).
Σχέση μεταξύ πράξης και παράλειψης
Η διάκριση μεταξύ πράξης και παράλειψης, μολονότι εν πρώτοις, φαίνεται εύληπτη, καθίσταται εν τοις πράγμασιν δυσδιάκριτη κατά την εφαρμογή της στα πραγματικά περιστατικά μιας υπόθεσης. Η αποσαφήνιση της φύσης μιας συμπεριφοράς ως πράξης ή παράλειψης εξαρτάται εν πολλοίς, από την ενδελεχή ανάλυση των πραγματικών περιστατικών, σε συνδυασμό με την εφαρμογή της αρχής in dubio pro reo, η οποία λειτουργεί ως θεμέλιο του τεκμηρίου αθωότητας υπέρ του κατηγορουμένου. Το άτομο, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου θεσπίζει την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας. Ειδικότερα, προβλέπει ότι «κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται αθώο έως ότου αποδειχθεί η ενοχή του σύμφωνα με το νόμο». Η διάταξη αυτή επιβάλλει την κατανομή του βάρους της απόδειξης υπέρ της κατηγορούσας αρχής, η οποία υποχρεούται να αποδείξει πέραν πάσης αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν υποχρεούται να αποδείξει την αθωότητά του. Η αρχή αυτή αποτελεί θεμελιώδη εγγύηση της δίκαιης δίκης και εκφράζει την ανάγκη προστασίας του ατόμου από αυθαίρετες και αβάσιμες ποινικές διώξεις, όπως και το άρθρο 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Η εν λόγω αρχή συνιστά θεμελιώδη κανόνα του ποινικού δικαίου και συνδέεται άρρηκτα με το τεκμήριο αθωότητας. Ειδικότερα, όταν κατά την κρίση του δικαστηρίου υφίστανται αμφιβολίες ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτές οφείλουν να ερμηνεύονται υπέρ του τελευταίου. Κατά συνέπεια, το δικαστήριο υποχρεούται να εκδώσει απόφαση ευνοϊκή προς τον κατηγορούμενο (in dubio pro reo), ήτοι σε περίπτωση αμφιβολίας να υπερισχύει η εκδοχή που αποκλείει την ενοχή. Η αρχή αυτή εξυπηρετεί την προστασία του ατόμου από καταδίκες χωρίς επαρκή αποδεικτικά στοιχεία και αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της δίκαιης ποινικής διαδικασίας.Η Πολιτεία φέρει το βάρος της απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου, όχι ο κατηγορούμενος την απόδειξη της αθωότητάς του.
Η παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας και της αρχής in dubio pro reo επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠΔ και συνδυαστικά με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠοινΔ, και συνιστά λόγο αναίρεσης.
Η απόφαση του δικαστηρίου πρέπει να περιέχει ειδική, εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στην οποία εκτίθενται σαφώς τα αποδεικτικά στοιχεία και οι συλλογισμοί που θεμελιώνουν την κρίση περί ενοχής, αποκλείοντας κάθε αμφιβολία που θα ευνοούσε τον κατηγορούμενο.
Εύλυπτη καθίσταται η Απόφαση 1058 / 2019 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 1058/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ, καθόσον το Τριμελές Εφετείο, όπως διαφαίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, συμμορφώθηκε προς τις ανωτέρω απαιτήσεις, παρέχοντας σαφή και πλήρη αιτιολογία, χωρίς αντιφάσεις ή κενά, και τηρώντας την αρχή in dubio pro reo, με αποτέλεσμα να απορριφθούν αβάσιμα οι ισχυρισμοί περί αντιστροφής του βάρους απόδειξης ή παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας.
Στα “γνήσια εγκλήματα δια παραλείψεως”, η παράλειψη συνιστά αυτοτελές στοιχείο του εγκλήματος, το οποίο θεμελιώνεται απευθείας στον νόμο. Στις περιπτώσεις αυτές, η υποχρέωση ενέργειας απορρέει ευθέως από συγκεκριμένη διάταξη του ποινικού δικαίου. Ενδεικτικώς, η παράλειψη υποχρέωσης διάσωσης σε επείγουσες καταστάσεις συνιστά τυπικό παράδειγμα γνήσιας παράλειψης.
Εν αντιθέσει, στα “μη γνήσια εγκλήματα δια παραλείψεως” (delicta commissiva per omissionem), η ποινική ευθύνη για παράλειψη ανακύπτει μόνο όταν το δίκαιο επιβάλλει στον δράστη συγκεκριμένη υποχρέωση ενέργειας, η οποία ερείδεται σε νομικές ή συμβατικές υποχρεώσεις, σε ιδιαίτερη σχέση καθήκοντος (π.χ. γονέας προς τέκνο) ή σε προηγούμενη δημιουργία επικίνδυνης κατάστασης. Η παραβίαση της εν λόγω υποχρέωσης θεωρείται ως ισοδύναμη με την ενεργητική τέλεση της πράξης, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται τα κριτήρια της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. (Χρίστος Χ. Μυλωνόπουλος, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, Τόμος Ι, Εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλας, Δίκαιο & Οικονομία, Αθήνα, 2007
Η ελληνική νομολογία έχει αναπτύξει πλούσια αρθρογραφία γύρω από την ποινική ευθύνη των ιατρών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα περιπτώσεων συνιστά τόσο ο θάνατος ασθενούς λόγω αμέλειας κατά τη διάγνωση (Θεμελίωση αμέλειας λόγω παράλειψης επαρκούς εξέτασης), όσο και η αποτυχία στη λήψη προληπτικών μέτρων σε επεμβάσεις (Ευθύνη για μη τήρηση των ενδεδειγμένων κανόνων υγιεινής και ασφάλειας)
Η κατάσταση ανάγκης (Άρθρο 25 ΠΚ) ως λόγος άρσης του αδίκου
Η κατάσταση ανάγκης, όπως προβλέπεται ρητά στο Άρθρο 25 του Ποινικού Κώδικα (ΠΚ), αποτελεί θεμελιώδη λόγο άρσης του αδίκου (Άδικη πράξη,) όταν η πράξη του δράστη αποσκοπεί στην προστασία ενός υπέρτερου εννόμου αγαθού. Στο πλαίσιο της ιατρικής πρακτικής, η κατάσταση ανάγκης μπορεί να αποτελέσει δικαιολογητική βάση για πράξεις που, υπό άλλες συνθήκες, θα θεωρούνταν παράνομες ή αδικοπραγούντες.
Το Άρθρο 25 ΠΚ ορίζει ότι η άρση του αδίκου επιτρέπεται όταν συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:
- Άμεσος και αναπόφευκτος κίνδυνος: Η πράξη αποσκοπεί στην αποτροπή άμεσου κινδύνου που δεν μπορεί να αποφευχθεί με άλλα μέσα.
- Προστασία υπέρτερου εννόμου αγαθού: Το αγαθό που διαφυλάσσεται είναι μεγαλύτερης αξίας από εκείνο που θίγεται.
- Αναγκαιότητα και αναλογικότητα: Η πράξη πρέπει να είναι η μόνη δυνατή ενέργεια για την αποτροπή του κινδύνου και να μην υπερβαίνει το μέτρο που απαιτείται.
Η αρχή της αναλογικότητας συνιστά κρίσιμο παράγοντα κατά την εφαρμογή του Άρθρου 25, καθώς διασφαλίζει ότι η προσβολή ενός εννόμου αγαθού γίνεται αποκλειστικά για την προστασία ενός άλλου, πιο σημαντικού.
Εφαρμογή στην ιατρική πράξη
Σε ό,τι αφορά στην άρνηση συναίνεσης από γονείς ανηλίκου, σύμφωνα με τη νομολογία, όταν οι γονείς αρνούνται τη χορήγηση σωτήριας ιατρικής επέμβασης στο τέκνο τους, ο ιατρός δικαιούται και οφείλει να παρέμβει. Επιπροσθέτως, η επείγουσα θεραπεία χωρίς συναίνεση ασθενούς θεσπίζει ότι σε περιπτώσεις που ο ασθενής αδυνατεί να δώσει συναίνεση λόγω αδυναμίας επικοινωνίας ή απώλειας συνείδησης, η παρέμβαση του ιατρού μπορεί να δικαιολογηθεί υπό το πρίσμα της κατάστασης ανάγκης. Η έλλειψη συναίνεσης αίρεται όταν ο ιατρός ενεργεί για την αποτροπή άμεσου κινδύνου που απειλεί τη ζωή ή την υγεία του ασθενούς. Η ενέργεια αυτή θεωρείται αναγκαία και αναλογική, καθώς προστατεύει το έννομο αγαθό της ζωής, το οποίο υπερτερεί του δικαιώματος αυτοδιάθεσης του ασθενούς, όταν αυτό δεν μπορεί να ασκηθεί. Επί παραδείγματι, εάν ένας ασθενής βρίσκεται σε κατάσταση που απαιτεί επείγουσα χειρουργική επέμβαση λόγω αιμορραγίας, η μη έγκαιρη επέμβαση από τον ιατρό ενδέχεται να συνιστά ποινική αμέλεια. Ωστόσο, εφόσον η επέμβαση πραγματοποιηθεί χωρίς τη συναίνεση του ασθενούς λόγω της αδυναμίας αυτού να επικοινωνήσει, η πράξη καλύπτεται από την κατάσταση ανάγκης κατά το Άρθρο 25 ΠΚ.
Σχέση με την ιατρική ευθύνη
Η επίκληση της κατάστασης ανάγκης δεν αναιρεί την υποχρέωση του ιατρού να ενεργεί με βάση την ιατρική επιστήμη και δεοντολογία. Ο ιατρός οφείλει να επιδεικνύει την επιμέλεια και την προσοχή που απαιτείται ανάλογα με τις περιστάσεις, να τεκμηριώνει την αναγκαιότητα της πράξης του, ώστε να αποδεικνύεται η ύπαρξη των προϋποθέσεων του Άρθρου 25 ΠΚ. Η κατάσταση ανάγκης αποτελεί σημαντικό νομικό θεμέλιο για την άρση του αδίκου στην ιατρική πράξη, ιδίως όταν ο ιατρός καλείται να προστατεύσει την ανθρώπινη ζωή ή την υγεία έναντι άλλων έννομων αγαθών. Ωστόσο, η επίκληση του Άρθρου 25 ΠΚ απαιτεί αυστηρή τεκμηρίωση και πλήρη σεβασμό στις αρχές της αναλογικότητας και αναγκαιότητας, ώστε να διασφαλιστεί η νομιμότητα της ενέργειας.
Το μέτρο ευθύνης: Μέσος ιατρός και εξειδικευμένος επιστήμονας
Το μέτρο ευθύνης των ιατρών διαφοροποιείται ανάλογα με το επίπεδο ειδίκευσης και την εξειδίκευση του κάθε επαγγελματία υγείας. Η αρχή της «προς τα κάτω γενίκευσης και προς τα πάνω εξατομίκευσης» αποτελεί κατευθυντήρια γραμμή τόσο στη νομολογία όσο και στη θεωρία για την αξιολόγηση της ευθύνης των ιατρών.
Σύμφωνα με την αρχή της γενίκευσης και εξατομίκευσης, η αρχή αυτή (στα γερμανικά, “es ist nach unten zu generalisieren, nach oben zu individualisieren”) θέτει δύο βασικούς άξονες. Αφενός, τη γενίκευση προς τα κάτω κατά την οποία ο μέσος ιατρός κρίνεται βάσει των γενικώς αποδεκτών προτύπων της ειδικότητάς του, όπως αυτά ορίζονται από τη νομοθεσία, την ιατρική δεοντολογία και τα ισχύοντα πρωτόκολλα. Δεν απαιτείται να επιδεικνύει εξαιρετικές γνώσεις ή δεξιότητες, αλλά να ενεργεί με τη σύνεση και την προσοχή που χαρακτηρίζουν έναν συνετό επαγγελματία του κλάδου του.
Αφετέρου, την εξατομίκευση προς τα πάνω, σύμφωνα με την οποία ο εξειδικευμένος ιατρός κρίνεται με βάση τις ιδιαίτερες γνώσεις και δεξιότητές του. Ωστόσο, η εξειδίκευσή του δεν αυξάνει το μέτρο ευθύνης, παρά μόνο θέτει υψηλότερα πρότυπα συμμόρφωσης σε τομείς που άπτονται της εξειδίκευσής του. Η ευθύνη αυτή προσδιορίζεται από τα ειδικά πρωτόκολλα που διέπουν την πρακτική της συγκεκριμένης ειδικότητας.
Μέτρο ευθύνης μέσου ιατρού
Ο μέσος ιατρός οφείλει να ενεργεί σύμφωνα με τα γενικά αποδεκτά πρότυπα της ειδικότητάς του. Επιπλέον, είναι καθήκον του να ενημερώνεται τακτικά για τις εξελίξεις στην ιατρική επιστήμη και πρακτική. Ακομα, να αποφεύγει πράξεις ή παραλείψεις που ένας συνετός ιατρός της ειδικότητάς του θα θεωρούσε ακατάλληλες ή επικίνδυνες. Η ευθύνη του μέσου ιατρού προκύπτει κυρίως από την παράλειψη εφαρμογής των γενικών αρχών της επιστήμης, χωρίς να απαιτείται να είναι εξειδικευμένος σε κάθε τομέα.
Μέτρο ευθύνης εξειδικευμένου ιατρού
Ο εξειδικευμένος ιατρός φέρει ευθύνη για πράξεις ή παραλείψεις που συνδέονται με το επίπεδο εξειδίκευσής του. Συγκεκριμένα εφαρμόζει τις γνώσεις του σε υψηλό επίπεδο, σύμφωνα με τα ειδικά πρωτόκολλα και τις κατευθυντήριες οδηγίες της ειδικότητάς του. Χρησιμοποιεί προηγμένες τεχνολογίες και μεθόδους που εμπίπτουν στο πεδίο εξειδίκευσής του, τηρώντας τα πρότυπα ασφαλείας και ακρίβειας. Δεν του αποδίδεται ευθύνη για ζητήματα πέραν της εξειδίκευσής του, εκτός αν είχε υποχρέωση να τα αναγνωρίσει ή να ζητήσει συμβουλή από άλλο ειδικό.
Επί παραδείγματι, ένας οικογενειακός γιατρός που αποτυγχάνει να διαγνώσει μια σοβαρή ασθένεια ευθύνεται, εφόσον η διάγνωση αυτή θα μπορούσε να γίνει από έναν μέσο ιατρό της ειδικότητάς του. Αν, για παράδειγμα, η παράλειψη διάγνωσης οφείλεται σε έλλειψη βασικής γνώσης ή αμέλεια (π.χ. παράβλεψη προφανών συμπτωμάτων), το μέτρο ευθύνης ενεργοποιείται.
A contrario, ένας χειρουργός που χρησιμοποιεί ρομποτική τεχνολογία για μία επέμβαση φέρει ευθύνη αν η μη τήρηση των ειδικών πρωτοκόλλων ασφαλείας ή η ελλιπής γνώση της χρήσης του εξοπλισμού οδηγήσει σε βλάβη του ασθενούς. Η κρίση του γίνεται με αυστηρότερα κριτήρια, καθώς οι εξειδικευμένες δεξιότητες και γνώσεις του θέτουν υψηλότερο επίπεδο ευθύνης.
Η διάκριση μεταξύ του μέτρου ευθύνης του μέσου και του εξειδικευμένου ιατρού βασίζεται στην αρχή της γενίκευσης και εξατομίκευσης. Η αξιολόγηση γίνεται πάντα βάσει των δεδομένων της ειδικότητας και του επιπέδου εξειδίκευσης, ενώ η ευθύνη καθορίζεται από τη συμμόρφωση ή μη στα ισχύοντα πρότυπα και πρωτόκολλα. Η αρχή αυτή προστατεύει τόσο τους ιατρούς από υπερβολικές απαιτήσεις όσο και τους ασθενείς από αμέλεια ή εσφαλμένη πρακτική.
Ευθύνη ειδικευόμενων και εποπτευόντων Ιατρών
Η ευθύνη στο πλαίσιο της ιατρικής πρακτικής δεν κατανέμεται ισομερώς μεταξύ ειδικευόμενων και εποπτευόντων ιατρών. Διαφοροποιείται βάσει της εμπειρίας, των γνώσεων, και του ρόλου που κάθε κατηγορία ιατρών αναλαμβάνει κατά την παροχή υγειονομικής περίθαλψης. Οι ειδικευόμενοι ιατροί φέρουν ευθύνη που αξιολογείται με βάση: Το επίπεδο γνώσεων και εμπειρίας τους, πιο αναλυτικά οι ειδικευόμενοι κρίνονται με κριτήριο τις γνώσεις που αναμένεται να έχουν αποκτήσει στο στάδιο της εκπαίδευσής τους. Η ευθύνη τους δεν επεκτείνεται σε δεξιότητες ή γνώσεις που δεν είναι εύλογο να κατέχουν. Περαιτέρω, από την υποχρέωση επικοινωνίας καθώς οφείλουν να αναγνωρίζουν τα όρια των γνώσεών τους και να ζητούν εγκαίρως τη συνδρομή των εποπτευόντων ή άλλων εξειδικευμένων συναδέλφων όταν αντιμετωπίζουν περιστατικά πέραν της ικανότητάς τους.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτυχία επικοινωνίας συνιστά όταν ο ειδικευόμενος ιατρός που δεν καλεί εγκαίρως έναν ειδικό σε περίπτωση επείγοντος περιστατικού φέρει ευθύνη, εάν η καθυστέρηση αυτή συνδέεται αιτιωδώς με τη βλάβη του ασθενούς. Η ευθύνη απορρέει από την υποχρέωσή του να ενεργεί με τη δέουσα επιμέλεια που χαρακτηρίζει έναν ιατρό στο επίπεδο της εκπαίδευσής του.
Πέραν τούτου, οι εποπτεύοντες ιατροί φέρουν αυξημένη ευθύνη, καθώς η υποχρέωσή τους περιλαμβάνει επαρκή καθοδήγηση, διότι είναι υπεύθυνοι για τη διδασκαλία και την κατάλληλη προετοιμασία των ειδικευόμενων σε θέματα ιατρικής πρακτικής και δεοντολογίας Συνάμα, ‘έχουν την υποχρέωση να διασφαλίζουν ότι οι ειδικευόμενοι εκτελούν τις ιατρικές πράξεις με ακρίβεια και ασφάλεια, ιδίως όταν οι πράξεις αυτές μπορεί να έχουν σοβαρές συνέπειες για τον ασθενή.
Επί παραδείγματι, ο εκάστοτε εποπτεύων ιατρός που δεν παρέχει την απαιτούμενη καθοδήγηση ή δεν επιτηρεί τη σωστή εκτέλεση μιας ιατρικής πράξης μπορεί να ευθύνεται, εφόσον η παράλειψή του οδηγεί σε σφάλμα που βλάπτει τον ασθενή. Η νομολογία υπογραμμίζει ότι οι εποπτεύοντες οφείλουν να είναι διαθέσιμοι για παροχή άμεσης υποστήριξης και να ελέγχουν την εργασία των ειδικευόμενων σε βαθμό ανάλογο με την πολυπλοκότητα της πράξης και την εμπειρία του ειδικευόμενου.
Πλαίσιο ευθύνης
Η ευθύνη των ειδικευόμενων ιατρών πηγάζει από την ελλιπή εφαρμογή βασικών γνώσεων και την παράλειψη αναγνώρισης των ορίων ικανοτήτων τους. Κρίσιμο είναι να αποδειχθεί τόσο ότι η πράξη ή παράλειψή τους αποκλίνει από το πρότυπο ενός συνετού ειδικευόμενου στο ίδιο στάδιο εκπαίδευσης, όσο και ότι η ζημία θα μπορούσε να αποφευχθεί αν είχε ενημερωθεί εγκαίρως ο εποπτεύων.
Όσον αφορά τους εποπτεύοντες ιατρούς η ευθύνη τους βασίζεται στην παραβίαση του καθήκοντος εποπτείας, που περιλαμβάνει την πρόβλεψη και πρόληψη σφαλμάτων των ειδικευόμενων και στη διασφάλιση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών, ειδικά σε κρίσιμες περιπτώσεις όπου η παρέμβασή τους είναι απαραίτητη. Η νομολογία τείνει να καταλογίζει αυστηρότερη ευθύνη στους εποπτεύοντες, καθώς θεωρείται ότι έχουν το τελικό έλεγχο των ιατρικών πράξεων που διενεργούνται από ειδικευόμενους υπό την καθοδήγησή τους.
Η διαβάθμιση της ευθύνης μεταξύ ειδικευόμενων και εποπτευόντων ιατρών αντικατοπτρίζει την κατανομή αρμοδιοτήτων και γνώσεων στο πλαίσιο της ιατρικής πρακτικής. Οι ειδικευόμενοι κρίνονται βάσει των προσδοκώμενων γνώσεων και της δέουσας επιμέλειας για το επίπεδό τους, ενώ οι εποπτεύοντες φέρουν ευθύνη για την καθοδήγηση και την αποτροπή σφαλμάτων. Η σαφής κατανόηση και τήρηση αυτών των καθηκόντων είναι ζωτικής σημασίας για την προστασία των ασθενών και τη διασφάλιση της ποιότητας της ιατρικής φροντίδας.
Σύγκριση με ξένες έννομες τάξεις: Γερμανικό και Αγγλοσαξονικό Δίκαιο
Η προσέγγιση της ιατρικής ευθύνης παρουσιάζει σημαντικές διαφορές μεταξύ των δικαιοταξιών, καθώς κάθε νομικό σύστημα ενσωματώνει διαφορετικές αρχές και μεθοδολογίες για την αξιολόγηση της ευθύνης των ιατρών. Στη σύγκριση του Γερμανικού Δικαίου και του Αγγλοσαξονικού Δικαίου, προκύπτουν δύο διακριτές θεωρητικές βάσεις: η αρχή της quasi-Kausalität και η έννοια του reasonable care.
Στο Γερμανικό Δίκαιο, η θεωρία του Claus Roxin έχει καθοριστική επιρροή στη διαμόρφωση της ευθύνης των ιατρών. Η θεμελιώδης αρχή της quasi-Kausalität (σχεδόν αιτιώδης σύνδεση) εστιάζει στην αξιολόγηση της ευθύνης με βάση τις ειδικές γνώσεις και την εξειδίκευση του ιατρού. Υφίσταται η αρχή της Quasi-Kausalität κατά την οποία η θεωρία εξετάζει εάν η πράξη ή παράλειψη του ιατρού είχε την πιθανότητα να αποτρέψει τη βλάβη του ασθενούς, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες γνώσεις και δεξιότητες που αναμένονται από τον συγκεκριμένο επαγγελματία. Συνάμα, η ευθύνη κλιμακώνεται ανάλογα με το επίπεδο εξειδίκευσης του ιατρού. Οι εξειδικευμένοι ιατροί κρίνονται με αυστηρότερα κριτήρια, καθώς οι ιδιαίτερες δεξιότητές τους αυξάνουν τη δυνατότητα πρόβλεψης και αποτροπής βλαβών. Επί του πρακτέου, το Γερμανικό Δίκαιο δίνει έμφαση στη συγκεκριμένη περίσταση και στις ιατρικές δυνατότητες. Αν ένας εξειδικευμένος χειρουργός απέτυχε να εφαρμόσει τις γνώσεις του σε μια επέμβαση, η quasi-Kausalität εξετάζει αν η τήρηση των πρωτοκόλλων θα είχε αποτρέψει το αποτέλεσμα.
A contrario, στο Αγγλοσαξονικό Δίκαιο, η αξιολόγηση της ευθύνης βασίζεται στην έννοια του reasonable care, δηλαδή της εύλογης επιμέλειας. Το κριτήριο του «λογικού ιατρού» (reasonable doctor) αποτελεί τη θεμελιώδη αρχή. Σύμφωνα με την αρχή Reasonable Care η ευθύνη εξετάζεται βάσει του τι θα έκανε ένας συνετός και λογικός ιατρός της ίδιας ειδικότητας υπό παρόμοιες συνθήκες. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από την υποκειμενική κρίση του συγκεκριμένου ιατρού. Η νομολογία χρησιμοποιεί το Bolam Test (Bolam v. Friern Hospital Management Committee, 1957) για να καθορίσει αν ο ιατρός ενήργησε σύμφωνα με την πρακτική που υιοθετείται από μια υπεύθυνη και λογική ομάδα επαγγελματιών της ειδικότητάς του. Εφόσον η ενέργεια του ιατρού ευθυγραμμίζεται με τέτοιες πρακτικές, δεν θεωρείται αμελής, ακόμη και αν το αποτέλεσμα ήταν ανεπιτυχές. Επί του πρακτέου, εάν ένας γενικός ιατρός αποτύχει να αναγνωρίσει μια σπάνια πάθηση, η ευθύνη του εξετάζεται βάσει του αν ένας λογικός ιατρός στην ίδια θέση θα είχε κάνει την ίδια εκτίμηση. Δεν απαιτείται εξειδικευμένη γνώση που δεν εμπίπτει στις ευθύνες του.
Η διαφορά προσέγγισης μεταξύ των δύο δικαιοταξιών αντικατοπτρίζει τη διαφορετική φιλοσοφία τους στην αξιολόγηση της ιατρικής ευθύνης καθώς Γερμανικό Δίκαιο εστιάζει στη θεωρητική δυνατότητα αποτροπής της βλάβης μέσω της εξειδικευμένης γνώση, ενώ το Αγγλοσαξονικό Δίκαιο επικεντρώνεται στη συμμόρφωση του ιατρού με τα πρότυπα που ακολουθούνται από λογικούς επαγγελματίες της ίδιας ειδικότητας.
Εν κατακλείδι, η ποινική ευθύνη των ιατρών συνιστά έναν θεμελιώδη τομέα του ιατρικού και ποινικού δικαίου, ο οποίος αποσκοπεί στην εξισορρόπηση μεταξύ της προστασίας της ζωής και της υγείας των ασθενών και της διασφάλισης της ασφάλειας δικαίου για τους επαγγελματίες της υγείας. Οι αρχές της αιτιώδους συνάφειας, της κατάστασης ανάγκης και της εξατομικευμένης αξιολόγησης του μέτρου ευθύνης, όπως διατυπώνονται στη θεωρία και τη νομολογία, διασφαλίζουν την αντικειμενική και αναλογική αποτίμηση των περιστάσεων κάθε περίπτωσης. Η συμμόρφωση με τα διεθνή και εγχώρια ιατρικά πρότυπα, η συστηματική επιμόρφωση των ιατρών, καθώς και η εμπλουτισμένη κατανόηση της συγκριτικής εμπειρίας από διαφορετικές δικαιοταξίες, μπορούν να ενισχύσουν τη διαφάνεια και τη δίκαιη επίλυση των ζητημάτων ιατρικής ευθύνης. Στο επίκεντρο παραμένει η ανάγκη διαρκούς διαλόγου μεταξύ ιατρικής και δικαίου, ώστε να επιτευχθεί μια ισορροπημένη προσέγγιση που να προστατεύει αποτελεσματικά τόσο τα έννομα αγαθά των ασθενών όσο και τα δικαιώματα των ιατρών.
Βιβλιογραφία:
Λιούρδη, Σπ. Α. (2016). Ιατρική Ποινική Ευθύνη. Νομική Βιβλιοθήκη.
Φράγκος, Κ. (2018). Ιατρική Ευθύνη. Εκδόσεις Σάκκουλα.
Σακελλαροπούλου, Β. (2011). Η Ποινική Αντιμετώπιση του Ιατρικού Σφάλματος (2η έκδ.). Εκδόσεις Σάκκουλα.
Χρίστος Χ. Μυλωνόπουλος, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, Τόμος Ι, Εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλας, Δίκαιο & Οικονομία, Αθήνα, 2007
Ιατρική ευθύνη Π.Ν. Σάκκουλας, Αθήνα 2016 , Αριστοτέλης Ι. Χαραλαμπάκης
Επιστημονικά Άρθρα:
Roxin, C. (2006). Strafrecht: Allgemeiner Teil (4η έκδ.). Verlag C.H. Beck: Μόναχο.
Bolam v. Friern Hospital Management Committee [1957] 1 WLR 582.
Hart, H.L.A. (1997).The Concept of Law (2η έκδ.). Oxford University Press: Οξφόρδη.
Διπλωματικές Εργασίες:
Μηλαπίδου, Μ. Ποινική ευθύνη του γιατρού για σωματική βλάβη και ανθρωποκτονία από αμέλεια. Δικηγόρος, ΔρΝ, Επιστημονικός Συνεργάτης Νομικής Σχολής ΑΠΘ, Τμήμα Ιατρικής | Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Αικατερίνη Φωτοπούλου, Το ιατρικό σφάλμα κατά τη θεωρία και τη νομολογία-ειδικά το διαγνωστικό και θεραπευτικό σφάλμα. Επιβλέποντες: Θ.Λύτρας λέκτωρ, Α.Πελλένη-Παπαγεωργίου αναπλ.καθηγήτρια, Ι.Κονδύλη, επικ. καθηγήτρια (2012-2013)
Νομοθεσία:
Ποινικός Κώδικας: Άρθρα 15, 25, 27, 28.
Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας: Νόμος 3418/2005.

Απάντηση