Γκόγκα Μαρία
Φοιτήτρια της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Κατά γενική βάση της νομικής επιστήμης, οι γραπτοί κανόνες δικαίου απαγορεύουν, επιτάσσουν ή επιτρέπουν μια συμπεριφορά. Κατά τον ίδιο τρόπο, τις συμπεριφορές διέπουν και άγραφοι κανόνες δικαίου. Η χρησιμότητα της ύπαρξης των άγραφων κανόνων δικαίου, με εξαίρεση την απαγόρευση τέτοιου είδους κανόνων στο ποινικό δίκαιο, αποδεικνύεται πολλές φορές καθοριστική. Από αυτούς διακρίνεται η περίπτωση του εθίμου και, στο πλαίσιο του συνταγματικού δικαίου, η συνθήκη του πολιτεύματος, που θεμελίωσαν και εξακολουθούν να θεμελιώνουν, έως έναν σχετικό βαθμό, το ουσιαστικό Σύνταγμα.

Αναλυτικότερα, το έθιμο (consuetudo) ετυμολογικά προέρχεται από τη λέξη «έθος», από την οποία παράγεται η λέξη «ήθος». Με μια πρώτη ματιά, φαίνεται ότι το έθιμο συνδέεται με την ηθική: ἡ δ’ ἠθικὴ ἐξ ἔθους περιγίνεται, ὅθεν καὶ τοὔνομα ἔσχηκε μικρὸν παρεκκλῖνον ἀπὸ τοῦ ἔθους (Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια1103a17-18). Αυτό αποτελεί ακόμη μία ηχηρή απόδειξη ότι το δίκαιο είναι ηθικοκεντρικό και προτεραιοποιεί την προστασία των έννομων αγαθών. Υπό το νομικό πρίσμα, το έθιμο προϋποθέτει μακρά, ομοιόμορφη και αδιάκοπη τήρηση μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς από τα μέλη της κοινωνίας (longa usus tenaciter servata), τα οποία έχουν την πεποίθηση ότι, συμπεριφερόμενοι κατά έναν συγκεκριμένο τρόπο, εφαρμόζουν δίκαιο, δηλαδή ενεργούν με συνείδηση δικαίου (opinio iuris/necessitatis). Το έθιμο παρουσιάζεται ως θεμελιώδης νομική πρακτική τόσο στο αστικό δίκαιο (άρθρο 1 Αστικού Κώδικα: «Οι κανόνες δικαίου περιλαμβάνονται στους νόμους και στα έθιμα»), όσο και στο διοικητικό και συνταγματικό δίκαιο, καθώς και στους επιμέρους κλάδους του δικαίου. Το συνταγματικό έθιμο, επομένως, αποτελεί άγραφο κανόνα δικαίου που συμπληρώνει, με βοηθητικό ρόλο, το τυπικό Σύνταγμα — ήτοι το Σύνταγμα υπό την αυστηρή γραπτή μορφή του — αλλά και το ουσιαστικό Σύνταγμα και εν γένει τις αρχές του συνταγματικού δικαίου.

Συναφείς με την έννοια του συνταγματικού εθίμου είναι οι συνθήκες του πολιτεύματος. Πρόκειται για νομικές πρακτικές που ακολουθήθηκαν για πρώτη φορά στην Αγγλία από τα κρατικά όργανα εξαιτίας της έλλειψης τυπικού Συντάγματος. Οι συνθήκες του πολιτεύματος στερούνται συνειδήσεως δικαίου σε σχέση με το έθιμο, η τυχόν μη τήρησή τους δεν επισύρει κυρώσεις και δεν αποτελούν κανόνες δικαίου.

Στη χώρα μας, το κοινοβουλευτικό πολίτευμα, που σήμερα ορίζεται στο άρθρο 1 του Συντάγματος και απαιτεί την εξάρτηση — σύμφωνα με τις επιταγές του αγγλικού κοινοβουλευτισμού — της εκτελεστικής εξουσίας από τη νομοθετική, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 26 του Συντάγματος, καθιερώθηκε το 1875. Αρχικά, υπό την αιγίδα του ψηφισμένου Συντάγματος του 1864, πραγματοποιήθηκε ο διάσημος «λόγος του Θρόνου» από τον τότε πολιτικό Χαρίλαο Τρικούπη, επηρεασμένο από τις αγγλικές προσλαμβάνουσες. Σύμφωνα με τον λόγο αυτόν, αιτήθηκε ο διορισμός της Κυβέρνησης να αποτελεί προϊόν της δεδηλωμένης κοινοβουλευτικής εμπιστοσύνης, ώστε η Κυβέρνηση να μπορεί να αναπτύξει το εκτελεστικό της πρόγραμμα. Ο Έλληνας πολιτικός εξέφρασε τις προαναφερθείσες θέσεις έχοντας στο στόχαστρό του τον Βασιλιά Γεώργιο Α΄, ο οποίος μέχρι τότε συνήθιζε να διαθέτει την εντολή σχηματισμού Κυβέρνησης κατά το δοκούν, με αποτέλεσμα να επικρατεί κυβερνητική αστάθεια και δυσπιστία. «Η Αρχή της Δεδηλωμένης», όπως ονομάστηκε, επικράτησε στη χώρα μας ως συνθήκη του πολιτεύματος και όχι ως συνταγματικό έθιμο έως το 1927, οπότε και εντάχθηκε επισήμως στο τυπικό Σύνταγμα. Αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι η παράβαση μιας συνθήκης του πολιτεύματος δεν επέσυρε κυρώσεις, σε αντιδιαστολή με το συνταγματικό έθιμο, και ως εκ τούτου θεωρήθηκε σωφρονέστερο, εξαιτίας των επανειλημμένων παραβιάσεων της Αρχής λόγω των τεταμένων πολιτικών αντιπαραθέσεων και ανώμαλων περιόδων που επικράτησαν. Άλλωστε, δεν θα ήταν υπερβολή να λεχθεί ότι το τυπικό Σύνταγμα παραβιάστηκε υπεράριθμες φορές μέχρι την αναθεώρησή του το 1975, οπότε παρατηρήθηκε για πρώτη φορά ουσιαστική συνταγματική ομαλότητα και νομιμότητα.

Επομένως, τεκμαίρεται ότι η σημασία του συνταγματικού εθίμου και των συνθηκών του πολιτεύματος δεν είναι ελάσσων. Αντιθέτως, εκτός από τις ρητές συνταγματικές κατοχυρώσεις που εκάστοτε υφίσταντο, διαπιστώνεται ότι άγραφοι κανόνες δικαίου αυξημένης τυπικής ισχύος έθεσαν τα πρωταρχικά, έστω και θεωρητικά, ερείσματα του σημερινού συνταγματικά διαμορφωμένου πολιτεύματος, διαδραματίζοντας έναν εξίσου καίριο ρόλο στη διάρθρωση ολόκληρης της έννομης τάξης. Εξάλλου, η εξελικτική διαμόρφωση του Συντάγματος επήλθε μέσα από άγραφες πρακτικές, εξωτερικές ενατενίσεις και επαναλαμβανόμενα ιστορικά λάθη, τα οποία, αφού κατανοήθηκαν εμπειρικά, ενσωματώθηκαν στο γραπτό κείμενό του.

Βιβλιογραφία

  • Συνταγματικό Δίκαιο, Φίλιππος Κ. Σπυρόπουλος, Β΄ Έκδοση (Εκδόσεις Σάκκουλα)
  • Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, Γεωργιάδης Α. Σ., 5η Έκδοση (Εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλα)
  • Το Σύνταγμα της Ελλάδος, 2019 (Εκδόσεις Σάκκουλα)
  • Αστικός Κώδικας (Εισαγωγικός Νόμος – Κανονισμοί (ΕΚ) 593/2008 & 864/2007, μέχρι και τον Ν. 5095/2024) (Εκδόσεις Σάκκουλα)
  • Ηθικά Νικομάχεια, Αριστοτέλης, Βιβλίο Β΄ (Εκδόσεις Ζήτρος)

Απάντηση

Discover more from Nomikoi Dialogoi

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading

Discover more from Nomikoi Dialogoi

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading