Η δημιουργία του ChatGPT σηματοδοτεί τη μετάβαση της τεχνητής νοημοσύνης από μία αφηρημένη, επιστημονική έννοια σε μία απτή πραγματικότητα. Το εργαλείο διαθέτει εντυπωσιακές δυνατότητες και διαχειρίζεται τεράστιο όγκο πληροφοριών. Βάσει αυτού, εύλογα θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς αν οι ικανότητες αυτές, σε συνδυασμό με τη γνώση της νομοθεσίας, θα μπορούσαν να καταστήσουν το ChatGPT «ψηφιακό δικηγόρο».
Από τη χρήση του προκύπτει πως, επί ερωτήσεων νομικού περιεχομένου (νομικές συμβουλές, αναζήτηση νόμων), το ChatGPT αντιμετωπίζει προβλήματα. Συχνά «διαπλάθει» δικούς του κανόνες δικαίου, μη υφιστάμενους στην έννομη τάξη, ενώ αλλοιώνει το περιεχόμενο υπαρχόντων διατάξεων με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται το ρυθμιστικό τους πλαίσιο. Ίδιο πρόβλημα παρατηρείται και στη νομολογία. Στη Νέα Υόρκη μάλιστα, δικηγόρος χρησιμοποίησε νομολογία που βρήκε στο ChatGPT στο πλαίσιο μιας υπόθεσης που είχε αναλάβει. Το δικαστήριο, αφού ερεύνησε το υπόμνημα, τον κάλεσε να δώσει εξηγήσεις, καθώς οι αποφάσεις που είχε επικαλεστεί δεν υπήρχαν. Έτσι γίνονται αντιληπτές οι αδυναμίες του στα νομικά θέματα.
Ένα σύστημα AI δεν θα μπορούσε να αναλάβει καθήκοντα δικηγόρου για συγκεκριμένους ακόμη λόγους. Πρόβλημα υπάρχει με τις λεγόμενες «αόριστες νομικές έννοιες» (σπουδαίος λόγος, χρηστά ήθη, βέλτιστο συμφέρον του τέκνου), καθώς η εξειδίκευση και επίκλησή τους, ενόψει πραγματικών περιστατικών, προϋποθέτει ανθρώπινη κρίση, γεγονός που ξεπερνά τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης. Η τελευταία μπορεί μόνο να συλλαμβάνει το περιεχόμενο των εννοιών αυτών, αποκομμένο από την πρακτική του σημασία ανά περίπτωση. Οι συνεχείς επίσης τροποποιήσεις της νομοθεσίας δυσχεραίνουν το έργο της. Το ChatGPT έχει πρόσβαση σε βάσεις νομικών δεδομένων, δεν έχει όμως την ευχέρεια να ερμηνεύει, να συγκρίνει και να αντιλαμβάνεται αλλαγές σε νόμους. Αυτή η σύνθετη διεργασία πραγματοποιείται μόνο από έναν νομικό.
Ωστόσο, θα ήταν μονόπλευρη και άδικη η ανάλυση χωρίς μνεία στις δυνατότητές του. Φαίνεται πως μπορεί να πληροφορήσει τους μη ειδήμονες για τη σημασία νομικών όρων (αγωγή, έγκληση, ποινικό αδίκημα κ.λπ.), να τους εξηγήσει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, προσφέροντάς τους βασικές νομικές γνώσεις. Μάλιστα, με τις τελευταίες αναβαθμίσεις, η πλατφόρμα βελτιώνεται και παρέχει πληρέστερες και πιο τεκμηριωμένες απαντήσεις.
Σε τελική ανάλυση, το δικηγορικό επάγγελμα –όπως και πολλά άλλα– προϋποθέτει δύο δεξιότητες: γνωστικό υπόβαθρο και ανθρώπινη κρίση, αντίληψη, αλληλεπίδραση. Η τεχνητή νοημοσύνη, όσο και αν εξελιχθεί, δύναται να καλύψει μόνο το πρώτο. Γι’ αυτό, η πραγματική πρόκληση είναι λοιπόν το πώς θα αξιοποιήσουμε τις δυνατότητές της προς όφελός μας. Για να γίνει αυτό, όμως, θα πρέπει πρώτα να πάψουμε να την αντιμετωπίζουμε αφοριστικά και με όρους φοβικού συνδρόμου. Θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι είναι σύμμαχος, όχι εχθρός.
Γιάννης Πετράκης, Φοιτητής Νομικής ΕΚΠΑ

Απάντηση