ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΥ, ΠΡΟΠΤΥΧΙΑΚΟΥ ΦΟΙΤΗΤΗ ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΕΚΠΑ
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η εξέταση του μάρτυρα έχει βαρύνουσα αποδεικτική αξία στην πρόοδο της ποινικής δίκης. Τόσο στην προδικασία, όσο και στη διαδικασία στο ακροατήριο, η κατάθεση ενός μάρτυρα μπορεί να αναδειχθεί πολύτιμη στην προσπάθεια για την ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας. Ενίοτε, ωστόσο, εντοπίζεται αδυναμία να εκπληρώσει τα καθήκοντά του. Ο δισταγμός αυτός μπορεί να οφείλεται σε αίτια ενδογενή (φόβος εκδίκησης, άγχος, ανάγκη διατήρησης ανωνυμίας) ή εξωγενή (απειλές, δολιοφθορές, κριτική των ΜΜΕ). Τα παραπάνω κατέστησαν επιτακτική την επέμβαση του νομοθέτη για την προστασία του μάρτυρα, διαμορφώνοντας την έννοια του «προστατευόμενου μάρτυρα» που γνωρίζουμε σήμερα.
2. ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
«Προστατευόμενος μάρτυρας» καλείται εκείνος που καταθέτει ό,τι γνωρίζει για συγκεκριμένες σοβαρές εγκληματικές πράξεις και τίθεται σε καθεστώς έννομης προστασίας, εξαιτίας κινδύνου πιθανής εκδίκησης ή εκφοβισμού. Σε πρωτογενή μορφή, ο νομοθέτης προέβλεψε την ανάγκη και τα μέτρα προστασίας του καταθέτοντος στους ν. 1916/1990 και ν. 2713/1999, ενεργοποιώντας τον θεσμό με τον ν. 2928/2001 (νόμος για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας). Σήμερα, έπειτα από επιρροές διεθνών συμβάσεων του ΟΗΕ και Οδηγιών της Ε.Ε., ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας κωδικοποιεί τις κατά καιρούς διατάξεις στο άρθρο 218, με τίτλο «Προστασία Μαρτύρων».
3. ΠΟΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΧΡΗΖΟΥΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ;
Τα πρόσωπα που εντάσσονται στο πλαίσιο προστασίας κατηγοριοποιούνται ως εξής:
(α) Μάρτυρες που πληροφορήθηκαν άμεσα την τέλεση του εγκλήματος (λόγω ανάμειξης στην εγκληματική ομάδα ή σύνδεσης με την εγκληματική πηγή) και
(β) Μάρτυρες-όργανα της τάξης που εμφιλοχωρούν στην εγκληματική ενέργεια με στόχο να την αποκαλύψουν (σε έναν ρόλο που ομοιάζει με τον agent provocateur).
Τα πρόσωπα αυτά, βέβαια, λαμβάνουν αυτή τη μεταχείριση όταν καταθέτουν για εγκληματικές και τρομοκρατικές οργανώσεις (ΠΚ 187), για υποθέσεις εμπορίας ανθρώπων (ΠΚ 323Α, 348) και διακίνησης μεταναστών, καθώς και για αξιόποινες πράξεις δωροδοκίας-δωροληψίας πολιτικών, δημοσίων υπαλλήλων και δικαστικών λειτουργών (ΠΚ 159, 159Α, 235-237). Όλες οι παραπάνω κατηγορίες που ορίζει ο ΚΠΔ συνιστούν υποθέσεις σημαντικές για τον δημόσιο βίο, που έχουν απασχολήσει την ελληνική κοινή γνώμη, με πιο πρόσφατη και πολύκροτη την υπόθεση Novartis.
4. ΜΕ ΠΟΙΑ ΜΕΤΡΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΤΑΙ Ο ΜΑΡΤΥΡΑΣ;
Ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, στην παράγραφο 4 του άρθρου 218, προβλέπει αναλυτικά τη μεταχείριση αυτών των προσώπων.
Αναφορικά με την προστασία τους εκτός ποινικής δίκης, είναι δυνατόν να διαταχθεί η αστυνομική τους συνοδεία και η φρούρηση της οικίας τους (με ειδικό φρουρό ή κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης). Σε ειδικές και ακραίες περιπτώσεις, όπου είναι αναγκαία η παραμονή στο εξωτερικό ιδιώτη, η μετάταξη ή η μεταφορά υπαλλήλου, ο νόμος εξασφαλίζει τα έξοδα διαβίωσης αυτών και της οικογένειάς τους.
Σχετικά με την προστασία εντός της δίκης, προβλέπεται η κατάθεσή τους με οπτικοακουστικά μέσα τέτοια που επιτρέπουν την αλλοίωση της φωνής και τη διατήρηση της ανωνυμίας του καταθέτοντος. Κάθε προστατευόμενος μάρτυρας αποκτά μια νέα ταυτότητα εντός της ποινικής διαδικασίας, αφού μεταβάλλονται όλα τα στοιχεία του: ονοματεπώνυμο (π.χ. Μάξιμος Σαράφης), επάγγελμα, φύλο, ημερομηνία γέννησης κ.ά.
Κάθε επιβαλλόμενο μέτρο εξετάζεται με βάση την αρχή της αναλογικότητας και τη σπουδαιότητα του κινδύνου in concreto για τον μάρτυρα. Ο αρμόδιος εισαγγελέας έχει τη δυνατότητα, με τον νέο ΠΚ, να επανεξετάσει το καθεστώς και, αν το κρίνει σκόπιμο, να άρει την προστασία του μάρτυρα, δίχως πρωτοβουλία και βούληση του ιδίου.
5. ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΑΠΛΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΜΕΝΟΥ ΜΑΡΤΥΡΑ
Από τη στιγμή του χαρακτηρισμού κάποιου ως μάρτυρα, βαρύνεται με τέσσερα καθήκοντα: το καθήκον προσέλευσης, το καθήκον ορκοδοσίας, το καθήκον μαρτυρίας εν στενή εννοία και το καθήκον αληθείας. Ο προστατευόμενος μάρτυρας, πέρα από το γεγονός ότι εξαιρείται του πρώτου καθήκοντος, ενεργοποιείται σε σοβαρά εγκλήματα.
Επιπρόσθετα, σε αντίθεση με τον απλό, η ταυτότητά του δεν αποκαλύπτεται, όχι μόνο στην κοινή γνώμη αλλά και στον κατηγορούμενο και στους συνηγόρους του, μέχρι ενός σημείου. Ακόμα, δεν εξετάζεται από στήθους μπροστά σε άλλους παράγοντες της δίκης ή στο ακροατήριο με «λαϊκή δημοσιότητα», αλλά αντίθετα μέσω συσκευών και εργαλείων που αποκρύπτουν την αληθινή του ταυτότητα.
Αξίζει να σημειωθεί πως ο απλός μάρτυρας, καταθέτοντας επώνυμα, σηκώνει ένα ψυχολογικό βάρος που ενδέχεται να επηρεάσει τόσο την αξιοπιστία του όσο και την αποκάλυψη της ουσιαστικής αλήθειας. Εξάλλου, υφίσταται τις ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης και της έδρας, που συχνά στοχεύουν επί προσωπικού προκειμένου να πλήξουν το κύρος του. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει με τον προστατευόμενο μάρτυρα, ο οποίος έχει πρόσβαση σε ειδικά μέτρα ασφαλείας.
6. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Από τα ανωτέρω προκύπτει η σπουδαιότητα του ρόλου του προστατευόμενου μάρτυρα για την απονομή της δικαιοσύνης και την αποκάλυψη σοβαρών εγκλημάτων. Προκειμένου όμως αυτή να είναι αποτελεσματική, είναι επιτακτική η διατήρηση των εγγυήσεων της σωστής εφαρμογής των μέτρων προστασίας και της αποτροπής του φαινομένου διαρροής των προσωπικών δεδομένων του μάρτυρα.
Ταυτόχρονα, πρέπει να πληρούνται πάντα και οι προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης και της μη καταστρατήγησης των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, χάριν του προστατευόμενου μάρτυρα.
ΠΗΓΕΣ:
Ν. Ανδρουλάκης, Θεμελιώδεις Έννοιες Ποινικής Δίκης, σελ. 339-341
Η. Σεφερίδης, Οι Μάρτυρες στη Ποινική Διαδικασία, σελ. 35-38
Κ. Βαθιώτης, Προστασία Μαρτύρων στα Πλαίσια του Άρθρου 9 Ν. 2928/2001, ΠοινΧρ 2001, 1045

Απάντηση