Γεράσιμος Έξαρχος, Φοιτητής Νομικής – Sorbonne Paris XIII, Ιδρυτής του περιοδικού Νομικοί Διάλογοι
Ι. Προοίμιο
Στη σύγχρονη διεθνή έννομη τάξη, η αρχή της εδαφικότητας (territoriality principle) έχει αναχθεί σε θεμελιώδη συνιστώσα της κρατικής ποινικής εξουσίας (ius puniendi1). Κατά τη δεσπόζουσα δογματική θεώρηση, τα ημεδαπά δικαιοδοτικά όργανα νομιμοποιούνται, καταρχήν και κατεξοχήν, να επιλαμβάνονται της εκδικάσεως εγκλημάτων που έχουν τελεστεί, ή φέρονται να έχουν τελεστεί, υπό το πρίσμα του τεκμηρίου αθωότητας, εντός των χωρικών ορίων της εθνικής κυριαρχίας.
Η εν λόγω παραδοχή, παρά ταύτα, δεν συνιστούσε ανέκαθεν τον κανόνα. Η μετάβαση στο σύστημα της εδαφικής αρμοδιότητας υπήρξε το επιστέγασμα μακρών ιστορικών και ιδεολογικών διεργασιών, άρρηκτα συνυφασμένων με τη γένεση και τη θεσμική θωράκιση του σύγχρονου εθνικού κράτους (Westphalian state2). Η προαναφερθείσα εξέλιξη σηματοδότησε την οριστική εγκατάλειψη της παρωχημένης αρχής της «προσωπικότητας των νόμων» (personality of laws), δυνάμει της οποίας το υποκείμενο υπήγετο στο δίκαιο της εθνικής του προελεύσεως (ius sanguinis3), ανεξαρτήτως του γεωγραφικού τόπου εγκαταστάσεώς του.
Η κανονιστική στροφή προς την εδαφική κυριαρχία βρήκε σθεναρούς υποστηρικτές στους κόλπους του Διαφωτισμού, με εξέχουσες μορφές τους Μοντεσκιέ, Βολταίρο και Ρουσσώ, και αποκρυσταλλώθηκε θεσμικά κατά την περίοδο της Γαλλικής Επαναστάσεως. Ειδικότερα, το Διάταγμα της 3ης-7ης Σεπτεμβρίου 1792 θέσπισε απαρεγκλίτως την αποκλειστική υπαγωγή των αλλοδαπών κατηγορουμένων στη δικαιοδοσία των φυσικών δικαστών της χώρας προελεύσεώς τους για εγκλήματα τελεσθέντα στην πατρίδα τους. Θεωρητικό έρεισμα της νέας αυτής δικαιϊκής σύλληψης αποτέλεσε η διδασκαλία του Cesare Beccaria4 περί του «κοινωνικού συμβολαίου». Ο Beccaria, αναγορεύοντας το έγκλημα σε αθέτηση της κοινωνικής συμβάσεως, ενστερνιζόταν ότι η δικαιϊκή λογική επιτάσσει την επιβολή της ποινής ακριβώς στον τόπο (locus) όπου συντελέστηκε η ρήξη του κοινωνικού δεσμού. Ως εκ τούτου, η εδαφικότητα κατέστη η φυσική απόληξη και η πρακτική εφαρμογή της εννοίας της κρατικής κυριαρχίας.
ΙΙ. Η ratio της εδαφικής αρμοδιότητας
Η κυριαρχία της εδαφικής αρχής στο πεδίο του ποινικού δικαίου εδράζεται σε μία σειρά από επιτακτικούς πρακτικούς, δικονομικούς και αντεγκληματικούς λόγους, οι οποίοι διασφαλίζουν την εύρυθμη απονομή της δικαιοσύνης.
Α. Εγγύτητα και δικονομική λυσιτέλεια (Forum Delicti Commissi)
Δοθέντος ότι η πλειονότητα των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων εκτυλίσσεται εντός των ορίων μίας συγκεκριμένης επικράτειας, η εγγύτητα με τον τόπο τελέσεως (locus delicti) καθίσταται κρίσιμη. Η διεξαγωγή της δίκης στον τόπο του εγκλήματος εξυπηρετεί τα μέγιστα την αρχή της αμεσότητας και τη δικονομική οικονομία, καθότι τα κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, οι μάρτυρες, αλλά και ο φερόμενος ως δράστης, ευρίσκονται κατά κανόνα εντός της συγκεκριμένης χωρικής ενότητας.
Β. Αρχή της νομιμότητας και προστασία του κατηγορουμένου (Ignorantia juris non excusat)
Η εκδίκαση στον τόπο τελέσεως ενισχύει την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Τεκμαίρεται αμαχητί ότι το υποκείμενο γνωρίζει, ή οφείλει να γνωρίζει, το δίκαιο του τόπου όπου δραστηριοποιείται, γεγονός που αποτρέπει την επίκληση νομικής πλάνης ή άγνοιας νόμου (Ignorantia juris non excusat), η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε άρση του καταλογισμού, όπως προβλέπεται και στην ελληνική έννομη τάξη.
Από τελεολογική ερμηνεία, η ποινή επιτελεί διττή λειτουργία, ήγουν γενικής και ειδικής προλήψεως. Η τιμωρία στον τόπο του εγκλήματος επιβεβαιώνει το κύρος της εννόμου τάξεως και λειτουργεί αποτρεπτικά. Παράλληλα, ικανοποιεί το περί δικαίου αίσθημα της τοπικής κοινωνίας, συμβάλλοντας στην επούλωση του κοινωνικού τραύματος.
ΙΙΙ. Ειδικές προεκτάσεις: Διεθνή εγκλήματα και κρατικό συμφέρον (Raison d’État)
Ιδιαίτερη βαρύτητα προσλαμβάνει η αρχή της εδαφικότητας σε περιπτώσεις μαζικών παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εγκλημάτων διεθνούς ενδιαφέροντος (λ.χ. γενοκτονία). Σε περιόδους μεταβάσεως από εμπόλεμες συρράξεις, η απονομή δικαιοσύνης in situ καθίσταται conditio sine qua non για την αποκατάσταση της θεσμικής εμπιστοσύνης και την επίτευξη κοινωνικής ειρήνευσης. Υπό το πρίσμα αυτό, η εδαφική αρμοδιότητα μετουσιώνεται σε μηχανισμό διασφαλίσεως της διεθνούς ειρήνης και ασφαλείας.
Επιπροσθέτως, δεν δύναται να μη δωθεί βαρύνουσα αξία στη παράμετρο του κρατικού συμφέροντος. Το κράτος του τόπου τελέσεως διατηρεί πρόδηλο έννομο συμφέρον διώξεως, όχι μόνον για την προστασία των πολιτών του, αλλά και για τη διαφύλαξη της ίδιας της κρατικής υποστάσεως, στοιχείο που νομιμοποιεί την εφαρμογή του ημεδαπού δικαίου ακόμη και επί αλλοδαπών δραστών.
IV. Η Ελληνική νομοθετική πρόβλεψη
Στην ελληνική έννομη τάξη, η προσήλωση στην αρχή της εδαφικότητας αποτυπώνεται εναργώς στο άρθρο 5 του Ποινικού Κώδικα («Εγκλήματα που τελέστηκαν στην ημεδαπή»). Ο Έλληνας νομοθέτης ορίζει ρητώς ότι οι ελληνικοί ποινικοί νόμοι καταλαμβάνουν άπασες τις πράξεις που τελούνται στο έδαφος της επικράτειας, ανεξαρτήτως της ιθαγένειας του δράστη (lex loci delicti).
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η παράγραφος 2 του ανωτέρω άρθρου, η οποία ενσωματώνει την αρχή της σημαίας (flag state principle), επεκτείνοντας πλασματικά την έννοια του «εδάφους». Συγκεκριμένα, πλοία και αεροσκάφη υπό ελληνική σημαία λογίζονται ως τμήμα της ελληνικής επικράτειας (floating territory), οπουδήποτε και αν βρίσκονται, εκτός εάν ειδικοί κανόνες του διεθνούς δικαίου επιτάσσουν την υπαγωγή τους σε αλλοδαπή δικαιοδοσία. Η παρούσα ρύθμιση θεραπεύει ζητήματα που ανακύπτουν στον θαλάσσιο και εναέριο χώρο, καθώς και σε περιπτώσεις πολεμικής κατοχής, όπου η έννοια της κυριαρχίας δοκιμάζεται.
Τέλος, άξιο μνείας τυγχάνει το ζήτημα των «σύνθετων εγκλημάτων» ή εγκλημάτων αποστάσεως, όπου η εγκληματική δραστηριότητα διατρέχει πλείονες δικαιοδοσίες, ζήτημα που ιστορικά έχει προκαλέσει έριδες στη νομική θεωρία ως προς τον καθορισμό του κρίσιμου τόπου τελέσεως.
Βιβλιογραφία
Μυλωνόπουλος, Χ. (1990). Διεθνές Ποινικό Δίκαιο: Τα τοπικά όρια των ποινικών νόμων. Αθήνα-Κομοτηνή: Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
Γιόκαρης, Ά. (2006). Οι διεθνείς ποινικές δικαιοδοσίες των κρατών. Αθήνα-Κομοτηνή: Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα.
- Το δικαίωμα του κράτους να ασκεί ποινική εξουσία επί εγκληματικών πράξεων βάσει των νόμων του, εντός των περιορισμών που θέτει το διεθνές δίκαιο ως προς τη δικαιοδοσία και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. ( Βλ. Oxford Reference, Oxford University Press:https://www.oxfordreference.com/display/10.1093/acref/9780195369380.001.0001/acref-9780195369380-e-1161) ↩︎
- Όρος της θεωρίας των διεθνών σχέσεων, ο οποίος χρησιμοποιείται για να αποδώσει τον μετασχηματισμό της διεθνούς τάξης κατά τον 17ο αιώνα, διά του οποίου εγκαταλείφθηκε η μεσαιωνική αντίληψη μιας ιεραρχικά οργανωμένης χριστιανικής κοινότητας υπό υπερκείμενες καθολικές αρχές (Πάπα και Αυτοκράτορα) και συγκροτήθηκε ένα διεθνές σύστημα αποτελούμενο από κυρίαρχα και τυπικά ισότιμα κράτη, τα οποία ασκούν αποκλειστική εξουσία εντός των εδαφικών τους ορίων και ρυθμίζουν τις μεταξύ τους σχέσεις μέσω ενός δικαίου που λειτουργεί μεταξύ, και όχι υπεράνω, των κρατών. (Βλ. Oxford Public International Law:https://opil.ouplaw.com/display/10.1093/law:epil/9780199231690/law-9780199231690-e1500) ↩︎
- Εδραιώνει την αρχή της καταγωγής ως κυρίαρχης παραμέτρου για τη θεμελίωση νομικού δεσμού. Ο δεσμός αυτός μεταφράζεται ως συμπερίληψη στον κοινωνικό ιστό, υποδηλώνοντας την ιδιότητα του “ανήκειν” σε έναν ευρύτερο πολιτειακό σχηματισμό (βλ. Bauböck, σ. 65· Shachar, σ. 1003) ↩︎
- Ιταλός φιλόσοφος, εγκληματολόγος και οικονομολόγος, συγγραφέας του μνημειώδους Περί Εγκλημάτων και Ποινών, διαμόρφωσε τον ουμανιστικό και ορθολογικό προσανατολισμό του Ποινικού Δικαίου. ↩︎

Απάντηση