Γκόγκα Μαρία

Φοιτήτρια της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών / Αρχισυντάκτρια των Νομικών Διαλόγων.

Η συνταγματική αναθεώρηση του 2019 κατήργησε  την προβλεπόμενη στο άρθρο 86 αποσβεστική προθεσμία , χωρίς όμως με αυτήν να καταργηθεί κι η διάταξη του εκτελεστικού νόμου 3126/2003 , σύμφωνα με τον οποίο εξαλείφεται το αξιόποινο των πράξεων των Υπουργών με το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης , εάν έως τότε η Βουλή δεν έχει αποφασίσει να ασκήσει ποινική δίωξη. 

Το καταργηθέν εδάφιο του α 86Σ και το ά. 3 παρ. 2 του ν. 3126/2003 έχουν την ίδια ρύθμιση. Το 2019 καταργείται από το Σύνταγμα. Το ίδιο συμβαίνει νοηματικά με την ρύθμιση του ν. 3126/2003. Καταργήθηκε η συγκεκριμένη διάταξη όχι από ανώτερη συνταγματική διάταξη αλλά από νεότερη συνταγματική ρύθμιση εκ του χαρακτήρα της ως νομικής ρύθμισης. Συνεπώς, ο νόμος 3126/2003 που προβλέπει την καταργηθείσα στο Σύνταγμα αποσβεστική προθεσμία είναι ανεφάρμοστος ως αντισυνταγματικός και δεν μπορεί να προσφέρει ωφέλιμη λύση. 

Η μη εφαρμογή , όμως, ενός νόμου που μειώνει το αξιόποινο αντίκειται ευθέως στο άρθρο 7 του Συντάγματος και στις γενικές αρχές του ποινικού δικαίου (Έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης.).  Από την άλλη, δύναται να μην εφαρμοστεί αντισυνταγματικός νόμος που επαυξάνει το αξιόποινο γιατί σε αυτήν την περίπτωση ο κατηγορούμενος μπορεί κηρυχθεί αθώος, να διακοπεί η ποινική του δίωξη, ή ακόμα και να καταδικαστεί με ελαφρύτερη ποινή. Το αντίστροφο αντίκειται στις γενικές αρχές του ποινικού δικαίου και του Συντάγματος. Εδώ η άμεση εφαρμογή του Συντάγματος που να  θεμελιώνει/προσαυξάνει ποινή δεν μπορεί να είναι νοητή : το άρθρο 7 απαγορεύει να υποκατασταθεί ο νομοθέτης. Επομένως, κατά μια άποψη θα λέγαμε ότι η κατάργηση της προϋπόθεσης της αποσβεστικής προθεσμίας από το Σύνταγμα έπρεπε να θεωρηθεί κανονιστικά πλήρης και να εφαρμοστεί άμεσα.

Η συνταγματική αναθεώρηση του 2019 κατήργησε τις ρυθμίσεις του νόμου 3126/2003, όπως προαναφέρθηκε, όχι ως ανώτερη αλλά ως νεώτερη (lex posterior derogat legi priori). Αυτό σημαίνει , ότι υπήρχε η αντίρρηση για το κατά πόσο υπερισχύει η αρχή lex posterior generalis non derogat legi priori speciali. Λαμβάνοντας υπόψιν το ιστορικό πλαίσιο θα μπορούσε να θεωρηθεί έγκυρο να παραμεριστεί η αρχή αυτή. Από την άλλη,  λαμβάνοντας υπόψιν την συστηματική ερμηνεία, το άρθρο 86 Σ έγινε εξαιρετικά αναλυτικό το 2001 γιατί έδινε απαντήσεις στα ζητήματα που προκλήθηκαν από την εμπειρία του 1989, καθώς ο ν. 3126/2003 επαναλάμβανε τη συνταγματική ρύθμιση χωρίς ,όμως. να την εξειδικεύει. Όμως, η καταργηθείσα συνταγματική ρύθμιση δεν είναι γενικότερη. Με την κατάργηση μιας διάταξης, καταργείται η νομική ισχύς της. Αν υπάρχουν δύο διατάξεις  που έχουν την ίδια σημασία και το ίδιο πεδίο εφαρμογής και ένας μεταγενέστερος νόμος καταργεί τη μία διάταξη, δεν σημαίνει ότι ισχύει η άλλη. Πάντα υφίστανται διατάξεις των καταργημένων νόμων ως υλικά αντικείμενα και ως φορείς νοημάτων. Το άρθρο 3 του ν.3126/2003 παρόλο που αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.3961/2011 εξακολουθεί να υπηρετεί την ίδια συλλογιστική της καταργηθείσας διάταξης αλλά παραπέμπει αυτή τη φορά σε διατάξει του Ποινικού κώδικα και προσθέτει λόγους αναστολής (άρθρο 113 ΠΚ).

Με την αναθεώρηση του 2019 που έγινε κατά κοινή ομολογία (273/300 θετικές ψήφους), εναρμονίστηκε ο ν.3126/2003 με το Σύνταγμα. Θεωρήθηκε ότι ο τελευταίος δεν έχει νομοθετικό έρεισμα στο Σύνταγμα και καταργήθηκε σιωπηρά. Η ρητή κατάργηση της αποσβεστικής προθεσμίας επήλθε με μεταγενέστερο νόμο του 2025.

Στο πλαίσιο αυτό, είχαν διατυπωθεί διάφορες απόψεις σχετικά με μεταρρυθμίσεις του νόμου 3126/2003 όσον αφορά θέματα αυτοδίκαιης κατάργησης και τροποποίησης του. Αρχικά, προτάθηκε η πλήρης κατάργηση του ν.3126/2003, με αποτέλεσμα την κατάργηση της ύπαρξης ειδικού ποινικού καθεστώτος και της υπαγωγής των υπουργών στον κοινό Ποινικό Κώδικα και την περαιτέρω ποινική διαδικασία. Ενώ , ταυτόχρονα , προτάθηκε η εξασφάλιση συνταγματικά αναγκαίων ρυθμίσεων ( π.χ. να δίδεται άδεια της Βουλής για συγκεκριμένες πράξεις που είναι συνυφασμένες όμως με την κυβερνητική πολιτική). Με τον τρόπο αυτό, θα αποκαθίσταντο η ισότητα και η ισονομία έναντι των νόμων ,η κοινωνική εμπιστοσύνη στην Δικαιοσύνη και η ηθικοπλαστική προσέγγιση των πολιτικών κομμάτων από τους πολίτες αφού η ποινική ευθύνη του υπουργού εξομοιώνεται με εκείνη που φέρει ένας κοινός πολίτη. Παράλληλα, θα ενισχυόταν η εμπιστοσύνη του διοικούμενου απέναντι στην δημόσια διοίκηση. Ο υπουργός προστατεύεται κατά την άσκηση των καθηκόντων του και δεν δύναται να πέσει θύμα των πολιτικών διώξεων των αντιπάλων του. 

Θεωρήθηκε ότι δεν είναι θεμιτή η ανάθεση στη Βουλή (και όχι στη δικαιοσύνη) της εκκίνησης της διαδικασίας για την παραπομπή των εγκαλούμενων υπουργών στο αρμόδιο Δικαστήριο. Όπως υπογραμμίζει ο Αλιβιζάτος: Τα πολιτικά κόμματα έχουν την υποχρέωση να τροποποιήσουν μέσα από την διαδικασία της αναθεώρηση το ταχύτερο δυνατόν το άρθρο 86 του Συντάγματος. Υποστηρίζει τη ανάθεση της συγκεκριμένης αρμοδιότητας της Βουλής στην ανεξάρτητη δικαιοσύνη η οποία “θα κάνει την δουλεία της και θα βρει τον τρόπο να προχωρήσει”. Η εξέταση της ποινικής ευθύνης των υπουργών από την Βουλή λαμβάνει πολιτικά χαρακτηριστικά που δεν μπορεί να είναι επιτρεπτά όταν κρίνεται ένας αμιγώς ποινικό αδίκημα. Κατά τον Καραμπατζό: θεωρείται θεμιτή η ανάθεση της εξέτασης της ποινικής ευθύνης των υπουργών από τακτικά δικαστήρια που όμως θα αναπτύσσουν το λειτούργημα τους με τις προβλεπόμενες δικονομικές εγγυήσεις. Υπογραμμίζει ότι η εγκληματική πράξη ενός υπουργού αποτελεί ένα αμιγώς ποινικό αδίκημα που δεν μπορεί να καλύπτεται με τον μανδύα του πολιτικού πέπλου , ακόμα και αν η τυχόν άσκηση της ποινικής δίωξης υπουργικού προσώπου επιφέρει παρεπόμενες πολιτικές συνέπειες στον βίο της χώρας. Καταρρίπτει , σε κάθε περίπτωση, την άσκηση της ποινικής δίωξης από τη Βουλή, καθώς η διαδικασία αυτή δεν έχει μόνο πολιτικό αλλά και νομικό χαρακτήρα. Κατά τον Βλαχόπουλο: η εξέταση της τυχόν τρέχουσας ποινικής ευθύνης ενός υπουργού μέσα από τον έλεγχο της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης ενός εγκλήματος αποτελεί εξαρχής ένα νομικό ζήτημα. Εξ’ αντιδιαστολής, συνάγεται ότι η άσκηση της ποινικής ευθύνης των υπουργών δεν αποτελεί ένα πολιτικό ζήτημα, μετατρέπεται σε τέτοιο εξαιτίας της συμμετοχής της Βουλής στην εκκίνηση της ποινικής διαδικασίας.

Σε αντίθεση με την παραπάνω άποψη έρχονται όσοι θεωρούσαν ότι με την κατάργηση του ειδικού καθεστώτος για την ποινική ευθύνη των υπουργών υφίστανται ο κίνδυνος πολιτικά υποκινούμενων διώξεων και πιέσεων στην κυβερνητική λειτουργία (Είναι μεν βάσιμοι οι λόγοι αναγνώρισης αυξημένων δικονομικών εγγυήσεων υπέρ των υπουργών). Ελλοχεύεται ο κίνδυνος ποινικοποίησης της πολιτικής ζωής, η παράλυση της κυβερνητικής μηχανής , καθώς ιστορικά αποδεδειγμένα οι υπουργοί και εν γένει τα πρόσωπα της εκτελεστικής εξουσίας έχουν βρεθεί πολλές φορές στο επίκεντρο του ποινικού ενδιαφέροντος καθώς και της κριτικής της κοινής γνώμης. Εδύνατο να ασκούνται ασύστολα ποινικές διώξεις κατά υπουργών από τους πολιτικούς του αντίπαλους ώστε η διερεύνηση της διάπραξης ενός ποινικού αδικήματος από έναν υπουργό να επιφέρει έντονες πολιτικές συνέπειες. Τέλος, υποστηρίζεται και η άποψη ότι οι ανώτεροι ανεξάρτητοι εισαγγελικοί λειτουργοί ή ειδικά συλλογικά όργανα που αποτελούνται από ανώτερους δικαστές (π.χ. Δικαστικό Συμβούλιο) να διαθέτουν την αρμοδιότητα για την άσκηση ποινικής δίωξης. Αρμόδιο δικαστήριο μπορεί να είναι είτε το Ειδικό Δικαστήριο είτε το Εφετείο Αθηνών σε ειδική σύνθεση. Έτσι, η ποινική ευθύνη των υπουργών δεν θα κρίνεται από ένα κατώτερο στην ιεραρχία δικαστήριο και θα μπορεί να εξασφαλίζεται η αμεροληψία  και η απόδοση της πραγματικής ευθύνης.

Η ποινική ευθύνη των Υπουργών στην ελληνική έννομη τάξη αποτέλεσε διαχρονικά ένα ιδιαίτερα σύνθετο και αμφιλεγόμενο ζήτημα. Ρυθμίστηκε ειδικά από το άρθρο 86 του Σ. και τον ν.3126/ 2003, με σκοπό, θεωρητικά, να προστατεύσει την εκτελεστική εξουσία από την άσκηση αυθαίρετων πολιτικών διώξεων της αντιπολίτευσης. Στην πράξη, όμως, το πλαίσιο αυτό προκάλεσε έντονες ερμηνευτικές δυσκολίες και ανέδειξε σοβαρές θεσμικές αντιφάσεις. Τα προβλήματα έγιναν ιδιαίτερα εμφανή σε υποθέσεις διαφθοράς και σε πολιτικά σκάνδαλα που είτε δεν ασκήθηκε ποτέ η ποινική δίωξη είτε ασκήθηκε όμως δεν αποδόθηκε ποτέ επί της ουσίας. Η συνταγματική αναθεώρηση του 2019 επιχείρησε να βελτιώσει το υφιστάμενο καθεστώς, ωστόσο δεν κατόρθωσε να επιλύσει όλα τα κρίσιμα ζητήματα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

  • Παντελής Αντώνης Μ., Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα 2018.
  • Παντελής Αντώνης Μ., Εγχειρίδιο Συνταγματικού Δικαίου, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα 2020
  • Έκθεση ανάλυσης των συνεπειών: «Η κατάργηση της διάταξης του ν. 3126/2003 για την παραγραφή της Ποινικής Ευθύνης των Υπουργών» , e-nomothesia.gr Τράπεζα Πληροφοριών Νομοθεσίας ,3.05.2025.
  • Κουτσούκος Ιωάννης, «Η άμεση εφαρμογή του Συντάγματος στο ζήτημα της αποσβεστικής προθεσμίας», περιοδικό syntagmawatch.gr,11.02.2025.
  • Μυλωνόπουλος Χρίστος Χ. , Ποινικό Δίκαιο Γενικό Μέρος , Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα 2020.
  • Καϊδατζής Ακρίτας, «Αντισυνταγματικότητα του κανόνα της εφάπαξ υποβολής πρότασης για άσκηση δίωξης κατά υπουργού», περιοδικό Νομαρχία, 19.07.2024.
  • Καϊδατζής Ακρίτας, «Αποσβεστική προθεσμία για τη δίωξη υπουργικών αδικημάτων: η πονηρία της νομοθετικής αδράνειας», περιοδικό Νομαρχία, 20.3.2025.
  • Βαλασίδης Ιωάννης, ( 2022-2023), Οικονομικό έγκλημα και ποινική ευθύνη Υπουργών, Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία , Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Νομική Σχολή.
  • Δαγκλής Ηλίας , Ποινική Ευθύνη Υπουργών, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη , Αθήνα  2021.
  • Αλιβιζάτος Νίκος, «Το Σύνταγμα και η λίστα Λαγκάρντ», εφημερίδα Η Καθημερινή, 13.01.2013.
  • Καραμπατζός Αντώνης , «Οι συνθήκες έχουν ωριμάσει για το άρθρο 86», ηλεκτρονικό άρθρο αρθρογραφία στον τύπο Αντώνης Καραμπατζός,29.03.2025.
  • Βλαχόπουλος Σπυρίδων, «Η ποινική ευθύνη των Υπουργών,» περιοδικό constitutionalism.gr, 13.04.2013.
  • Ν.3126/2003
  • Ν.3961/2011
  • Ποινικός Κώδικας
  • Το Σύνταγμα της Ελλάδος
  • Αστικός Κώδικας

Απάντηση

ΑΠΟΦΘΕΓΜΑ

Salus populi suprema lex esto

~ Κικέρων, 106-43 π.Χ., Ρωμαίος ρήτορας & πολιτικός

Discover more from Nomikoi Dialogoi

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading

Discover more from Nomikoi Dialogoi

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading