Εβελίνα Παράσχου
Δευτεροετής φοιτήτρια της Νομικής σχολής του ΕΚΠΑ.
Αντικείμενο ιδεολογικής αντιγνωμίας ακόμη και στην σύγχρονη κοινωνία αποτελεί το αν η θανατική ποινή μπορεί να θεωρηθεί ως ένα αρμόζον μέσο καταστολής. Παρόλο που οι έντονες αντιφάσεις και η ανάγκη εξυγίανσης της κοινωνικής ζωής πρυτανεύουν σε μια κοινωνία που κατά διαστήματα κλυδωνίζεται από πολυεπίπεδες κρίσεις, η απαγόρευση της θανατικής ποινής έχει τεθεί με σταθερά θεμέλια, ακολουθώντας πανανθρώπινα ιδανικά.
Εισαγωγή:
Σε ένα γενικότερο πλαίσιο προβληματισμού η θεωρία υποδεικνύει δύο κατευθύνσεις ως προς τους στόχους μιας ποινής. Πρώτον, η ποινή είναι η τιμωρία για ένα έγκλημα που τελέστηκε στο παρελθόν και με αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται η ανταπόδοση της βλάβης που προκλήθηκε, η αποκατάσταση της δικαιοσύνης και της τάξης. Επεξηγηματικά η τιμωρία είναι η φυσική απόρροια μιας εγκληματικής συμπεριφοράς. Δεύτερον, η ποινή είναι μια προσπάθεια αποτροπής της τέλεσης ενός εγκλήματος στο μέλλον. Στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινή εδράζεται στα στοιχεία της πρόληψης και του παραδειγματισμού.
Ιστορική αναδρομή:
Με την πάροδο των αιώνων η ανθρωπότητα βρέθηκε σε τέλμα σχετικά με την εύρεση πρόσφορου μέσου για περιστολή των κινδύνων. Η θανατική ποινή θεωρούνταν κατάλληλη και αποτελεσματική ποινή. Από το 1200μ.Χ στην Ευρώπη η θανατική ποινή αντικαταστάθηκε με άλλες πιο ‘παραγωγικές’ ποινές, όπως θεωρήθηκαν για παράδειγμα η εργασία στη φυλακή και η εκτόπιση. Σε μια προσπάθεια αποφυγής του εκμαυλισμού της ανθρώπινης αξίας, με την ίδρυση των φυλακών δίνεται έμφαση στην ηθικοποίηση των κρατουμένων, για την καλή συμπεριφορά των οποίων δίνονται αμοιβές-κίνητρα. Οι Διαφωτιστές παράλληλα, θέτουν διλλήματα ως προς την ορθότητα και σκοπιμότητα της θανατικής ποινής. Αυτό που κωλύει την ύπαρξη μιας μόνο κριτικής απέναντι στο ζήτημα είναι ότι η συζήτηση γίνεται σε πολλά επίπεδα, καθώς διεισδύουν στην σκακιέρα συζήτησης πολλοί επιστημονικοί κλάδοι.
Η πραγματικότητα του σήμερα:
Στην Ελλάδα η κατάργηση της θανατικής ποινής επήλθε το 1993, ενώ η τελευταία επιβλήθηκε το 1972. Μάλιστα, η απαγόρευση της αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 εδάφιο β’ του Συντάγματος. Αναμφίβολα η πράξη του δράστη που κρίνεται άδικη, αποδοκιμάζεται από την έννομη τάξη. Ωστόσο το ισχύον ποινικό δίκαιο φαίνεται να έχει περισσότερο σωφρονιστικό παρά τιμωριτικό-εκδικητικό χαρακτήρα. Στο πλαίσιο αυτό θεωρήθηκε πως η ηθική αναξιότητα της Πολιτείας είναι ποσοτικά και ποιοτικά μεγαλύτερη από αυτή του δράστη, καθώς ο δράστης στρέφεται και προκαλεί βλάβη κατά ενός άλλου κοινωνού, ενώ στην περίπτωση της Πολιτείας τίθενται ζητήματα κοινωνικής οργάνωσης και ηθικού προσανατολισμού. Στο σημείο αυτό βοηθητικοί είναι και οι ενδείκτεςστατιστικών στοιχείων. Και πάλι όμως υπάρχει διχογνωμία, αφού αφενός υποστηρίζεται πως η θανατική ποινή δεν έχει αποτελεσματικότητα στην αποκατάσταση της δικαιοσύνης, αφετέρου σε ορισμένες περιπτώσεις εξαρτάται από τα κίνητρα του δράστη και την γενικότερη προσωπικότητα του εγκληματία.
Διεθνής όψη:
Σε διεθνές επίπεδο οι χώρες εγκολπώνονται την ίδια τακτική. Η θανατική ποινή έχει καταργηθεί de jure ή de facto στις χώρες της ΔυτικήςΕυρώπης, ενώ στην Κίνα, τον υπόλοιπο κόσμο και σε κάποιες Πολιτείες των Η.Π.Α εξακολουθεί ακόμα να υπάρχει. Σε ευρωπαικόεπίπεδο όμως, η θανατική ποινή καταργήθηκε με το Πρωτόκολλο της 28 Απριλίου του 1983, που ψηφίστηκε από τα μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Ρόλος επανορθωτικής δικαιοσύνης:
Η επανορθωτική δικαιοσύνη, κατά τον ορισμό που έδωσε ο Albert Eglash το 1977, είναι η οικειοθελής ευκαιρία που δίνεται τόσο στο θύμα όσο και στο θύτη να αποκαταστήσουν τις μεταξύ τους σχέσεις. Οι αρχές στις οποίες βασίζεται είναι οι εξής: Η δικαιοσύνη επιβάλλει την αποκατάσταση αυτών που επλήγησαν, τα μέρη που ενεπλάκησαν και επηρεάστηκαν από το έγκλημα πρέπει να έχουν την ευκαιρία να μετέχουν πλήρως στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης εφόσον το επιθυμούν και ο ρόλος των τοπικών κοινοτήτων πρέπει να είναι ισχυρός και να αποσκοπεί στην διατήρηση της κοινωνικής γαλήνης.
Συμπέρασμα:
Η απαγόρευση θανατικής ποινής προστατεύεται από το Σύνταγμα και από διεθνείς κανόνες. Η νομοθεσία λαμβάνοντας τον ρόλο ενός οδοδείκτη προόδου, απορρίπτει κάθε μέσο ποινικής καταστολής που πηγάζει από εσωτερικά εκδικητικά πάθη και δεν έχει στον πυρήνα του το στοιχείο του σωφρονισμού και της ομαλής κοινωνικής επανένταξης.
Βιβλιογραφία:
• Νέστωρ Ε. Κουράκης – Ποινική καταστολή μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος.
• Βάσω Αρτινοπούλου – Επανορθωτική δικαιοσύνη, η πρόκληση των σύγχρονων δικαιικών συστημάτων.

Απάντηση