Νάσια Κακαβά, Φοιτήτρια Νομικής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης

1. Εισαγωγή

 Η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις πυλώνες του σύγχρονου συνταγματικού κράτους. Στην ελληνική έννομη τάξη κατοχυρώνεται ρητά στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει ότι οι περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα θεμελιώδη δικαιώματα πρέπει να προβλέπονται από τον νόμο και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.

 Η ρητή αυτή κατοχύρωση, προϊόν της αναθεώρησης του 2001, κατέστησε την αναλογικότητα όχι απλώς γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, αλλά αυτοτελές συνταγματικό κριτήριο ελέγχου της κρατικής δράσης. Έτσι, η αρχή λειτουργεί ως εγγύηση ορθολογικότητας, ως τεχνική στάθμισης συγκρουόμενων συνταγματικών αγαθών και ως θεσμικός φραγμός έναντι υπέρμετρων επεμβάσεων στην ελευθερία.

2. Θεωρητική θεμελίωση και κανονιστική λειτουργία

 Η αρχή της αναλογικότητας αναπτύχθηκε συστηματικά στη γερμανική έννομη τάξη μέσω της νομολογίας του Bundesverfassungsgericht, στο πλαίσιο του κράτους δικαίου (Rechtsstaat).

  Η δομή της συνδέεται με τη θεωρία των θεμελιωδών δικαιωμάτων ως αρχών και όχι ως απόλυτων κανόνων. Σύμφωνα με τον Robert Alexy, τα θεμελιώδη δικαιώματα λειτουργούν ως «βελτιστοποιητικές επιταγές» (Optimierungsgebote), δηλαδή ως κανονιστικές απαιτήσεις που πρέπει να ικανοποιούνται στον μέγιστο δυνατό βαθμό υπό τις δεδομένες πραγματικές και νομικές συνθήκες. Σε περίπτωση σύγκρουσης δικαιωμάτων ή μεταξύ δικαιώματος και δημοσίου συμφέροντος, η επίλυση δεν γίνεται με μηχανική εφαρμογή κανόνα, αλλά μέσω στάθμισης.

 Η μεθοδολογία αυτή υιοθετήθηκε σταδιακά και από την ελληνική νομολογία, ιδίως μετά τη ρητή συνταγματική κατοχύρωση του 2001. Η αναλογικότητα επιτελεί τριπλή λειτουργία.

3. Η τριμερής δομή της αναλογικότητας

  Η αναλογικότητα αναλύεται σε τρία διαδοχικά στάδια ελέγχου:

α) Καταλληλότητα

 Το μέτρο πρέπει να είναι πρόσφορο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Εάν είναι προδήλως ακατάλληλο ή ατελέσφορο, αντίκειται στο Σύνταγμα. Ο έλεγχος σε αυτό το στάδιο είναι συνήθως ήπιος.

β) Αναγκαιότητα

 Μεταξύ περισσοτέρων πρόσφορων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται εκείνο που θίγει λιγότερο το δικαίωμα. Το στάδιο αυτό προϋποθέτει συγκριτική αξιολόγηση εναλλακτικών λύσεων.

γ) Αναλογικότητα υπό στενή έννοια 

 Εδώ εξετάζεται αν η βαρύτητα της επέμβασης τελεί σε εύλογη σχέση με τη σημασία του επιδιωκόμενου σκοπού. Πρόκειται για το κρισιμότερο στάδιο, καθώς ενσωματώνει αξιολογική κρίση και απαιτεί ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

4. Η αρχή της αναλογικότητας στη νομολογία

4.1 Νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας

 Η νομολογία του Συμβούλιο της Επικρατείας έχει αναγάγει την αναλογικότητα σε κεντρικό εργαλείο ελέγχου.

 Στην απόφαση ΣτΕ Ολομ 668/2012, που αφορούσε μισθολογικές περικοπές στο πλαίσιο της δημοσιονομικής κρίσης, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι οι περιορισμοί κοινωνικών δικαιωμάτων υπόκεινται σε έλεγχο αναλογικότητας, λαμβάνοντας όμως υπόψη τις εξαιρετικές οικονομικές συνθήκες. Εδώ διαφαίνεται μια μορφή «ενισχυμένης διακριτικής ευχέρειας» του νομοθέτη, δηλαδή η ένταση του ελέγχου εμφανίζεται ηπιότερη.

 Στη ΣτΕ Ολομ 1906/2014 (υπόθεση ΕΡΤ), το Δικαστήριο έκρινε ότι η αιφνίδια διακοπή λειτουργίας της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης έπρεπε να αξιολογηθεί υπό το πρίσμα της αναλογικότητας, ιδίως σε σχέση με την προστασία της πολυφωνίας. Η στάθμιση επικεντρώθηκε στην ανάγκη διατήρησης της συνταγματικής αποστολής της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης.

 Κατά την περίοδο της πανδημίας COVID-19, το ΣτΕ αξιολόγησε περιορισμούς της ελευθερίας κίνησης και της θρησκευτικής λατρείας υπό το πρίσμα της αναλογικότητας, δεχόμενο ότι η προστασία της δημόσιας υγείας συνιστά επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος. Ωστόσο, τόνισε ότι τα μέτρα πρέπει να είναι προσωρινά, αναγκαία και επιστημονικά τεκμηριωμένα.

4.2 Ευρωπαϊκή διάσταση

 Η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κεντρικό εργαλείο και στη νομολογία του Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Στο πλαίσιο των άρθρων 8 και 10 της ΕΣΔΑ, το Δικαστήριο εξετάζει αν η επέμβαση είναι «αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία», εφαρμόζοντας στάθμιση μεταξύ ατομικού δικαιώματος και δημοσίου συμφέροντος.

 Το Δικαστήριο χρησιμοποιεί την έννοια του «fair balance» και αναγνωρίζει στα κράτη ένα περιθώριο εκτίμησης (margin of appreciation). Η ελληνική νομολογία έχει επηρεαστεί σημαντικά από τη μεθοδολογία αυτή, γεγονός που ενισχύει τη δια-συνταγματική διάσταση της αναλογικότητας.

5. Κριτική και θεωρητικοί προβληματισμοί

 Η αρχή της αναλογικότητας έχει δεχθεί έντονη θεωρητική κριτική. Υποστηρίζεται ότι:

Ενισχύει υπέρμετρα τον ρόλο του δικαστή εις βάρος του νομοθέτη.

Εισάγει αξιολογικά και ενδεχομένως πολιτικά στοιχεία στη δικαστική κρίση.

Δημιουργεί κίνδυνο αβεβαιότητας δικαίου, λόγω της ευρύτητας της στάθμισης.

 Ορισμένοι θεωρούν ότι η στάθμιση οδηγεί σε «κυβέρνηση των δικαστών». Ωστόσο, η απουσία αναλογικότητας θα άφηνε ανεξέλεγκτη την περιοριστική νομοθέτηση. Σε ένα κράτος δικαίου, ο έλεγχος της αναγκαιότητας και της εύλογης σχέσης μέσου και σκοπού αποτελεί αναγκαία εγγύηση προστασίας της ελευθερίας.

 Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι αν πρέπει να εφαρμόζεται η αναλογικότητα, αλλά με ποια μεθοδολογική αυστηρότητα και αιτιολογική πληρότητα.

6. Η αναλογικότητα ως έκφραση του κράτους δικαίου

 Η αναλογικότητα δεν αποτελεί απλώς τεχνική ελέγχου, αλλά ουσιώδες στοιχείο του κράτους δικαίου. Εξασφαλίζει:

τη μη αυθαίρετη άσκηση εξουσίας,

τη διαφάνεια στη στάθμιση αντικρουόμενων συμφερόντων,

τη διατήρηση του ουσιώδους πυρήνα των δικαιωμάτων.

 Σε ένα περιβάλλον διαδοχικών κρίσεων (οικονομικών, υγειονομικών, περιβαλλοντικών), όπου οι περιορισμοί δικαιωμάτων τείνουν να πολλαπλασιάζονται, η αναλογικότητα λειτουργεί ως συνταγματικό αντίβαρο στην επέκταση της κρατικής εξουσίας και ως μηχανισμός εξορθολογισμού της.

7. Συμπεράσματα

 Η αρχή της αναλογικότητας έχει αναχθεί σε κεντρικό δομικό στοιχείο του ελληνικού συνταγματικού δικαίου. Μέσω της τριμερούς δοκιμασίας (καταλληλότητα – αναγκαιότητα – στάθμιση), συγκροτεί ένα συνεκτικό και λειτουργικό πλαίσιο ελέγχου της κρατικής δράσης.

 Η πρόκληση για τη νομολογία είναι η συνεπής και αυστηρή εφαρμογή της μεθοδολογίας, ώστε η στάθμιση να μην μετατρέπεται σε ανεξέλεγκτη πολιτική αξιολόγηση, αλλά να παραμένει θεσμικά ελεγχόμενη, αιτιολογημένη και διαφανής.

 Η αναλογικότητα δεν περιορίζει απλώς την εξουσία· την εξορθολογίζει. Και ακριβώς σε αυτή τη λειτουργία έγκειται η ουσιαστική συνταγματική της σημασία.

Απάντηση

Discover more from Nomikoi Dialogoi

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading

Discover more from Nomikoi Dialogoi

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading