Αλεξάνδρα Μπακοπούλου, Φοιτήτρια τρίτου έτους του Προπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών στη Νομική, Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κύπρου.
[Αποσπάσματα από φοιτητική εργασία της συντάκτριας, εκπονηθείσα στο πλαίσιο του μαθήματος Ποινικού Δικαίου, με θέμα: «Η έννοια της αιτιότητας μεταξύ συμπεριφοράς και αποτελέσματος στα εγκλήματα αποτελέσματος».]
Είναι γενικά αποδεκτό ότι, η αιτιότητα θεωρείται βασική προϋπόθεση για την απόδοση της ποινικής ευθύνης, γιατί συνδέει το αξιόποινο αποτέλεσμα με την πράξη του δράστη. Η ανίχνευση ή μη του αιτιώδους συνδέσμου επηρεάζει με άμεσο τρόπο τον καταλογισμό της τιμωρίας και την ενοχή. Η ανακάλυψη αυτού του συνδέσμου, είναι πολύ σημαντική, γιατί διαχωρίζουν τις πράξεις οι οποίες είναι ποινικά αξιόλογες από αυτές που απλά βοήθησαν χρονικά στο επελθόν αποτέλεσμα. Στα πλαίσια του κυπριακού ποινικού κώδικα, ο αιτιώδης σύνδεσμος αξιολογείται με αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία.
Ο αιτιώδης σύνδεσμος συνιστά έναν από τους βασικούς άξονες στους οποίους βασίζεται η αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αποτελέσματος. Σύμφωνα με τον Κυπριακό Ποινικό Δίκαιο, «έγκλημα δεν υπάρχει χωρίς αιτιώδη συνάφεια μεταξύ συμπεριφοράς και αποτελέσματος» (Παπαχαραλάμπους, 2021). Δηλαδή, η αιτιώδης συνάφεια είναι η σύνδεση που έχει η συμπεριφορά του δράστη και το αποτέλεσμα το οποίο επιφέρει αυτή η συμπεριφορά. Έτσι, μπορεί να αποδοθεί ποινική ευθύνη σε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο. Για να καθοριστεί μια ποινή σε μία συμπεριφορά ενός φυσικού προσώπου σε εγκλήματα αποτελέσματος, δεν αρκεί η απόδειξη ότι η συμπεριφορά ήταν αξιόποινη, αλλά απαιτείται ο έλεγχος και η κατάδειξη ότι η συγκεκριμένη συνιστώσα προκάλεσε το αξιόποινο αποτέλεσμα.
Είναι κατάδηλο ότι, η αιτιότητα ενεργεί ως «γέφυρα» μεταξύ της νομικής αξιολόγησης και του υπόλοιπου κόσμου. Από τη μία, υπάρχει η ρεαλιστική σύνδεση μεταξύ της πράξης και της βλάβης, δηλαδή το αίτιο-αποτέλεσμα. Από την άλλη, υπάρχει η νομική αξιολόγηση, η οποία εκτιμά αν η σχέση αιτίου-αποτελέσματος είναι περίσσια για την απόδοση της ποινικής ευθύνης.
Η αιτιότητα καταλαμβάνει μία καθοριστική θέση στην αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Η τελευταία, περιλαμβάνει την συμπεριφορά του δράστη, την απόληξη αυτής της συμπεριφοράς και την αιτιώδη συνάφεια που υπάρχει αναμεσά τους. Αναντίρρητα, πρέπει να υπάρχει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ συμπεριφοράς και αποτελέσματος, αλλιώς δεν μπορεί να καταστεί δυνατό η δικαιοσύνη να αποδώσει την ποινική ευθύνη στον δράστη. Λόγου χάρη, αν ένα πρόσωπο πράξει με παράνομο τρόπο, αλλά το αποτέλεσμα της πράξης του προέρχεται από κάποιο άλλο γεγονός, δεν μπορούμε να αποδώσουμε την ποινική ευθύνη στο πρόσωπο αυτό. Αξίζει ακόμη να τονιστεί, ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ο «αντικειμενικός καταλογισμός» για την απόδοση της ποινικής ευθύνης -μιας και είναι μία από τις σημαντικότερες θεωρίες που αναπτύχθηκαν για την αιτιότητα-.
Υπάρχουν διάφορες θεωρίες οι οποίες έχουν προταθεί ανά τα χρόνια, με σκοπό τη βέλτιστη και πιο κατανοητή αποτύπωση του αιτιώδους συνδέσμου από τον δικαστή. Μία από αυτές είναι η θεωρία του ισοδύναμου όρου (conditio sine qua non).
Η θεωρία του ισοδύναμου όρου είναι αναμφίβολα μία από τις σημαντικότερες θεωρίες που χρησιμοποιεί η νομική επιστήμη προκειμένου να αποτυπώσει σε θεωρητικό επίπεδο την αιτιότητα. Σύμφωνα με αυτήν, «η αιτιότητα υπάρχει μόνο όταν η πράξη αποτελεί όρο του αποτελέσματος1», καθώς και ότι όλοι οι όροι είναι ισοδύναμοι. Αυτό σημαίνει ότι εάν αφαιρέσουμε τον όρο και το αποτέλεσμα δεν είναι το ίδιο, αυτό σημαίνει ότι ο όρος που αφαιρέθηκε είναι αιτιώδης. Για παράδειγμα, αν ο Δ μαχαιρώσει στο λαιμό τον Ε και ο Ε πεθάνει, υπάρχει αιτιότητα; Με βάση την θεωρία conditio sine qua non, αν ο Δ δεν είχε μαχαιρώσει θανάσιμα στο λαιμό τον Ε, ο Ε δεν θα πέθαινε. Άρα η πράξη του Δ αποτέλεσε το αίτιο για τον θάνατο του Ε. Ακόμη, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε το γεγονός ότι είναι μία ευρεία έννοια, με την οποία μπορούμε να θεωρήσουμε ότι όλες οι πλευρές οι οποίες συμμετείχαν στη δημιουργία του αποτελέσματος, είναι ισάξιες. Λόγου χάρη, αν δύο ή και περισσότερα πρόσωπα ζημιώσουν θανάσιμα κάποιο άλλο πρόσωπο, τότε οι ταυτόχρονες πράξεις των προσώπων αυτών είναι αιτιώδεις.
Ωστόσο, η θεωρία αυτή έχει ένα σημαντικό μειονέκτημα. Αν χρησιμοποιηθεί με αρκετά αυστηρό τρόπο υπάρχει κίνδυνος να ελεγχθούν σε υπερβολικό βαθμό τα αίτια που οδήγησαν σε αυτό το αποτέλεσμα και ο αριθμός των ατόμων τα οποία εμπλέκονται σε αυτό. Τη λύση στο πρόβλημα της υπερβολής αυτής, προσπάθησε να δώσει η νομική επιστήμη εφαρμόζοντας διάφορες θεωρίες, οι οποίες με τη σειρά τους απέδωσαν στοιχεία αξιολόγησης στην θεωρίας. Μία από αυτές -και ίσως η σημαντικότερη αυτών- είναι η θεωρία του αντικειμενικού καταλογισμού.
Ο αντικειμενικός καταλογισμός, μπορεί αν οριστεί ως ένας περιοριστικός μηχανισμός για τον ανεξέλεγκτο έλεγχο των αιτιών του αποτελέσματος, ο οποίος απορρέει από την θεωρία της ισοδυναμίας των όρων (conditio sine qua non). Ενδεικτικά, εννοούμε την αξιολόγηση ότι το αποτέλεσμα προήλθε από τον ακριβή κίνδυνο, ο οποίος προήλθε από την δράση του δράστη. Σημαντικό είναι να ξεκαθαρίσουμε ότι ο αντικειμενικός καταλογισμός αφορά καθαρά την ενοχή ή μη του δράστη. Οι περί αιτιώδους συνάφειας λύσεις στις οποίες οδηγεί είναι ορθές και νομικά τεκμηριωμένες. Γίνεται επομένως εύκολα αντιληπτό ότι, η θεωρία της conditio sin qua non είναι το πρώτο βήμα για την ύπαρξη ή μη του αιτιώδους συνδέσμου αλλά πρέπει να ληφθεί υπόψη και ο αντικειμενικός καταλογισμός.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, εισάγεται το συμπέρασμα ότι πρώτον, η αιτιώδης συνάφεια είναι αυτή που εξασφαλίζει την αμερόληπτη απόδοση της δικαιοσύνης και παράλληλα δημιουργεί ένα πλέγμα προστασίας του κατηγορουμένου από μια άλογη τιμωρία. Δεύτερον, κατά την εφαρμογή της θεωρίας του ισοδύναμου όρου οφείλουμε να ελέγξουμε αν το αποτέλεσμα πραγματοποιήθηκε από τον κίνδυνο ή αν ο κίνδυνος αυτός ξεφεύγει από τα όρια της κοινωνίας. Τρίτον, ο αντικειμενικός καταλογισμός οριοθετεί την ποινική ευθύνη μόνο στις εκβάσεις οι οποίες αποτελούν έκφραση της απειλής που η ακριβής πράξη προκάλεσε.

Απάντηση