Πρίμπας Κωνσταντίνος
Φοιτητής της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
«Στέκονται συχνά αμήχανοι, δεν έχουν σωστή αίσθηση των ανθρωπίνων σχέσεων, διότι είναι διαρκώς αναγκασμένοι να περνούν τον χρόνο τους σκυμμένοι μέρα νύχτα πάνω από τους νόμους τους»
«Η Δίκη», Φραντς Κάφκα 1
Ο επίσημος εμπορικός πληρεξούσιος Γιόζεφ Κ. ξυπνάει ένα πρωινό και δυο άνδρες τον συλλαμβάνουν. Ο Κ., συλλαμβάνεται δίχως να γνωρίζει ποιο το έγκλημα του και σύρεται ύστερα από μέρες απ’ τη σύλληψη του στο δικαστήριο όπου ανακρίνεται. Αν και δεν ενοχλείται από κάποια αρχή, η υπόθεση του δεν έχει ακόμη τελειώσει. Ο θείος του Κ. προσλαμβάνει για την υπεράσπιση του ανιψιού του έναν δικηγόρο του οποίου οι ατελέσφορες υπηρεσίες περιλαμβάνουν μόνο γνωριμίες με τις απρόσωπες δικαστικές αρχές δυνάμενες να εξασφαλίσουν μια εσαεί αναβολή της δικής. Μεσολαβούντων πολλών ακόμη περιστατικών, με σημαντικότερο εκείνο της επίσκεψης στον Καθεδρικό ναό, στο τέλος του εφιαλτικού αυτού μυθιστορήματος, την ημέρα των γενεθλίων του, δύο άντρες δολοφονούν τον κύριο Κ. χωρίς εκείνος να προβάλλει καμία απολύτως αντίσταση. Αυτό είναι εν συνόψει το μυθιστόρημα «Η Δίκη» (Der Proceß), στο οποίο το παρόν άρθρο αποτελεί μια απόπειρα (κατά καφκικό τρόπο, καταδικασμένη να παραμείνει εσαεί ανολοκλήρωτη) ανεύρεσης της έννοιας του απρόσωπου νόμου.
Πώς είναι δυνατόν ένας αθώος να θεωρείται ένοχος και να συλλαμβάνεται βάσει ενός άγνωστου νόμου; Ο Κάφκα, Γερμανόφωνος εβραίος της Πράγας, γεννημένος το 1883 αποβιώσας το 1924, υπήρξε ένας ελάσσονας εν ζωή συγγραφέας, του οποίου το έργο αναγνωρίστηκε μεταθάνατον 2 και άσκησε ομολογουμένως τη μεγαλύτερη επιρροή στη λογοτεχνία του δεύτερου μισού του 20ου καθώς και στη λογοτεχνία των ημερών μας. Ο Κάφκα έθεσε το προαναφερθέν ερώτημα και το άφησε να πλανάται έως ότου η ίδια ιστορία, ύστερα από δύο δεκαετίες από τη δημοσίευση του μυθιστορήματος (1925), απάντησε με τις θηριωδίες του ολοκαυτώματος. Γι’ αυτά του ερωτήματα, τα εκπεφρασμένα διαμέσου των «αποδιδαχών» 3 του και του κόσμου «των γραφείων και των αρχείων, των μουχλιασμένων, ερειπωμένων, σκοτεινών δωματίων» των γραπτών του, ο Κάφκα δημιούργησε μια ολόκληρη γενεαλογία συγγραφέων χαρακτηριζόμενων καφκικών μετά, αλλά ακόμη και πριν τη γέννηση του, από τον κατοπινό Μαγικό Ρεαλισμό του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκες έως τον προγενέστερο «Μπάρτλμπι του Γραφιά» του Χέρμαν Μέλβιλ. 4 5 Ενδεικτική είναι η ομολογία της ασκηθείσας επιρροής του από 32 κατόχους του βραβείου Νομπέλ λογοτεχνίας 6, καθώς και τα λεγόμενα του κορυφαίου Αμερικανού κριτικού λογοτεχνίας, Harold Bloom. Εντάσσοντας τον στον κανόνα του, ο τελευταίος, τον θεώρησε «ως τον πιο κανονικό συγγραφέα του Κανόνα του αιώνα μας γιατί σε όλους μας αποτυπώνεται η διάσπαση ανάμεσα στο είναι και τη συνείδηση, που αποτελεί και το πραγματικό θέμα του Κάφκα». 7
Δικαίως σε αυτό το σημείο κανείς θα ερωτήσει περί της ύπαρξης μιας κάποιας συνάφειας μεταξύ της «Δίκης» του Κάφκα και της Νομικής εν γένει. 8 Η δικαιολόγηση της δημοσίευσης του παρόντος άρθρου στην ιστοσελίδα των «Νομικών Διαλόγων» (έναν ιστότοπο αρθρογραφίας νομικού ενδιαφέροντος) απαντάται στον ίδιο το βίο του Κάφκα και στο περιεχόμενο της «Δίκης». Η ενασχόληση του με τα Νομικά ξεπερνά τα είκοσι χρόνια του. Δηλαδή περισσότερα από τα μισά χρόνια της ζωής του, εφ’ όσον ο σύντομος του βίος δεν υπερέβη τα 41 έτη σχετίζονταν με κάποιο τρόπο με τα Νομικά (και μολοταύτα το έργο του είναι πολυσχιδές κι αν μη τι άλλο βαρυσήμαντο για τη παγκόσμια λογοτεχνία. Αξίζει και μόνο να διανοηθεί κανείς έναν κόσμο δίχως το χαρακτηρισμό «Καφκικός» για να αντιληφθεί το έλλειμμα). Δεν υπήρξε μόνο απόφοιτος του τμήματος Νομικής του Πανεπιστημίου του Καρόλου στην Πράγα αλλά και ασκούμενος δικηγόρος, καθώς και Νομικός σύμβουλος σε μια Ασφαλιστική Εταιρεία Εργατικών Ατυχημάτων. Παραλλήλως με τα Νομικά, εξίσου άξια σημείωσης είναι και η επαφή του με τους αναρχικούς κύκλους της Πράγας, τη συμμετοχή του σε λέσχες των τελευταίων και σε μια σχέση συχνά παραγνωρισμένη από τη βιβλιογραφία και ερχόμενη σε αντίστιξη με την καθημερινή του εργασία. 9 Η δριμεία του κριτική απέναντι στους νόμους φαίνεται κι από το γεγονός πως ανάμεσα στα αγαπημένα του αναγνώσματα συγκαταλεγόταν το «Νόμος και Εξουσία» του Πιοτρ Κροπότκιν. 10 Μολονότι όμως έτρεφε συμπάθεια για τους αναρχικούς, δεν ταυτιζόταν με εκείνους. Η αμφισημία ήταν ίδιον του Κάφκα, γεγονός διαφαινόμενο ευκρινέστερα σ’ ένα περιστατικό από τον χώρο της εργασίας του ως νομικού συμβούλου. Όταν ένας τραυματισμένος από εργατικό ατύχημα σε οικοδομή ηλικιωμένος εργάτης, άσκησε αγωγή εναντίον του ιδρύματος όπου εργαζόταν ο Κάφκα διεκδικώντας κάτι παραπάνω από την πενιχρή σύνταξη του, ένας γνωστός δικηγόρος της Πράγας επενέβη και συνέταξε νομότυπα την κακογραμμένη από τον εργαζόμενο αγωγή δίχως να αξιώσει καμία αμοιβή από τον ίδιο τον ηλικιωμένο. Τελικά ο τελευταίος έλαβε την αποζημίωση του και έγινε εν συνεχεία γνωστό πως ο δικηγόρος είχε πληρωθεί από τον Κάφκα, ώστε ο ατυχής εργαζόμενος να μην απωλέσει το δικαίωμα του για αποζημίωση. 11 Το τάνυσμα της ψυχής ανάμεσα στα προσωπικά πιστεύω και το καθήκον άσκησης ενός νομικού επαγγέλματος είναι έκδηλη στον Κάφκα. 12
Προτού αναφερθούμε ειδικότερα στη «Δίκη», σημειώνω πως στο απαράμιλλο και ανολοκλήρωτο 13 έργο του, περιέχονται και άλλα έργα με άμεσες ή έμμεσες δικαιικές συνδηλώσεις όπως «Η Κρίση», «Στη Σωφρονιστική Αποικία», «Χτίζοντας το Σινικό Τείχος», «Ο Πύργος», «Η Μεταμόρφωση» (ενδεικτικές αναφορές). Για συλλήβδην αυτά τα έργα του Κάφκα έχουν προταθεί διαφορετικές και μεταξύ τους συχνά αντιφατικές ερμηνείες, από θεολογικές και μεταφυσικές επόψεις των σελίδων γραφής του, έως και ψυχαναλυτικές, αναρχικές και μεταμοντέρνες. 14 Ο εξ ολοκλήρου και a priori αποκλεισμός μιας ερμηνείας από αυτές, όσο και αν κανείς διατηρεί τις αντιρρήσεις του, θα ήταν ενδεχομένως μιας κίνηση «άτσαλη», δεδομένου του «νεφελώδους»-αινιγματικού και παραβολικού στοιχείου που ‘ναι πλέριο στον συγγραφέα της Πράγας. Σε ορισμένα έργα είναι εύλογο μια συγκεκριμένη ερμηνευτική να κερδίζει έδαφος ενόψει και της διαφορετικής θεματικής· δεν είναι όμως σε καμμιά περίπτωση ανεκτά τα παντός είδους ερμηνευτικά μονοπώλια. Στη «Μεταμόρφωση» μια ψυχαναλυτική προσέγγιση βάσει ενός «υπερδιογκωμένου Οιδίποδα» 15 σε πρώτο πλάνο, φέρει (κατ εμέ), τα ερμηνευτικά πρωτεία, δίχως εντούτοις αυτό να συνεπάγεται τον παραμερισμό των πιθανών άλλων «θεολογικών» και μεταφυσικών ερμηνευτικών στοιχείων. Παρότι η όποια μεταφυσική έχει αναπτυχθεί γύρω από τον Κάφκα οφείλεται στον φίλο και διασώστη του αδημοσίευτου καφκικού corpus Max Brod 16, θεολογικά υποστρώματα με επιρροές από το Ταλμούδ, τη Βίβλο, το κίνημα της Καμπάλα δικαιολογούνται από την εβραϊκή καταγωγή του συγγραφέα. 17 Εξάλλου, στο πλαίσιο της αρνητικής θεολογίας 18 και του αντι-βιβλικού παραβολικού στοιχείου που διαπνέει τα γραπτά του, δόκιμος φαίνεται ο όρος «αποδιδαχές» 19 του Θανάση Τριαρίδη, συνάδοντας περισσότερο με το πνευματικό φορτίο της εργογραφίας του Κάφκα. Εν αντιθέσει με τις συμβατικές -με θρησκευτικές καταβολές- παραβολές, οι «αποδιδαχές» δε διδάσκουν. Είναι ένας κόσμος όπου «το τρομακτικό τελικώς θα συντελεσθεί». 20 Στη «Δίκη», το προβάδισμα κερδίζει η κοινωνικοπολιτική ερμηνεία, της οποίας άλλωστε προέκταση είναι ο νόμος και τα παρεπόμενα ζητήματα που αυτός εγείρει. Κι αυτό διότι όπως σημειώνουν οι Deleuze και Guattari, ο Κάφκα όντας μέρος μιας εθνοθρησκευτικής και γλωσσικής μειονότητας στη Πράγα, δημιουργώντας τη «φωλιά» μιας ελάσσονος λογοτεχνίας στους κόλπους μιας μείζονος. 21 Διά τούτο και δεν είναι δυνατόν τα γραπτά του να μην συνιστούν εκφράσεις μια αποξενωμένης και γι αυτό επαναστατικής κοινωνικοπολιτικά φορτισμένης συλλογικότητας. Επιβεβαιώνεται λοιπόν για πολλοστή φορά πως τα μεγάλα κείμενα πρέπει να διαβάζονται ως παλίμψηστα: πίσω τους κρύβονται άλλες γραφές, και πίσω απ’ αυτές αντίστοιχα άλλες· και κάτι τέτοιο συμβαίνει και με την έννοια του νόμου στη «Δίκη», καίτοι εκ πρώτης όψεως σύμπασα η προβληματική γύρω απ’ αυτόν (το νόμο) μοιάζει λίγο ως πολύ εμφανής.
Ο Κάφκα γράφει τη «Δίκη» εμπνεόμενος από τις νομικές παραστάσεις της καθημερινότητας του. Μια ολιστικά σκοτεινή, όμως, με χροιά αναπόδραστα τραγικού προσπέλαση του μυθιστορήματος θα συσκότιζε το στοιχείο του γέλιου και θα παρεξέτρεπε τη συζήτηση σε έναν απρόσφορο πεσιμισμό. Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία του Max Brod πως καθώς ο Κάφκα διάβαζε σε μια ομάδα φίλων του τη «Δίκη» -μεταξύ αυτών ήταν και συνάδελφοι του δικηγόροι- γέλασαν τόσο πολύ που κατέστησαν εξ ενός σημείου και έπειτα την ανάγνωση αδύνατη. «Η Δίκη» δεν παύει όμως σε κάθε περίπτωση ν’ αποτελεί μια εφιαλτική παρωδία του συνόλου της νομικής, ερειδώμενη σε στοιχεία της πραγματικότητας. 22 Βάσιμα είναι τα στοιχεία τα όποια αποδεικνύουν πως ο Κάφκα τελούσε σε γνώση των αντισημιτικών δικών που είχαν λάβει χώρα από το 1890 έως και το 1915 στην Αυστροουγγαρία, τη Ρωσία και τη Γαλλία, οι οποίες καταδίκαζαν σε θάνατο αθώους με μόνη αιτία την εβραϊκή τους ταυτότητας. 23 Ένα δικαστικό σύστημα όπου καταδικάζονται αθώοι μόνο και μόνο λόγω της ταυτότητας του, υπήρξε το στοιχείο που ώθησε στο πλάσιμο του Γιόζεφ Κ., πρωταγωνιστή της «Δίκης», ενός οικουμενικού συμβόλου, μια και δεν διευκρινίζεται το θρήσκευμα ή η καταγωγή του, ενώ το επώνυμο του είναι ένα απρόσωπο «Κ.». 24
Όταν ο Κ. συλλαμβάνεται με μια αναιτιολόγητη και άγνωστη κατηγορία σε βάρος του, επισημαίνεται η ψευδής του αίσθηση πως ζούσε σε ένα κράτος δικαίου όπου επικρατούσε η ειρήνη και οι νόμοι ήταν σε ισχύ. 25 Πώς δικαιολογείται σε ένα κράτος δικαίου μια τέτοια αναιτιολόγητη σύλληψη; Μόνο η ισχύ δύο παράλληλων τάξεων νόμου δύναται να το εξηγήσει. Εξάλλου στο πρωτότυπο κείμενο της Δίκης γίνεται αναφορά στους «νόμους» (Gesetze) και στο «νόμο» (Gesetz). 26 Οι μεν πρώτοι αντιπροσωπεύουν την συνταγματική τάξη του κράτους δικαίου, η οποία είναι κατ’ επίφαση δικαιοκρατική, διότι αναιρείται από τον δε εσωτερικά άγνωστο «νόμο», που δικαιολογεί τις συλλήψεις αθώων πολιτών στο πλαίσιο μιας «κατ’ εξαίρεση» ασκούμενης «νομοπροστατευτικής βίας». 27 Μια βίας αποσκοπούσα μέσω την δίωξης του Γιόζεφ Κ. στην προστασία του νόμου, ώσπου να καταστεί κατανοητό πως τελικά αυτή η «νομοπροστατευτική βία» και η δίωξη αθώων δεν αποτελεί την εξαίρεση αλλά τον κανόνα. 28
«Η αρχή […] δεν αναζητά την ενοχή στο γενικό πληθυσμό, αλλά σ’ εκείνους που, όπως ορίζει ο νόμος, έλκονται από την ενοχή […]. Αυτό είναι νόμος». Αυτά αναφέρουν οι δυο φύλακες συλλαμβάνοντας τον Κ.. Όργανα μιας αρχής που δίνει βάση στην ενδεχόμενη πρόθεση και μόνο παραβίασης ενός νόμου, επιβεβαιώνουν τα προλεχθέντα περί της άσκησης μιας «εξαιρετικής» και δήθεν «προληπτικής βίας». Αυτός ο νόμος, αποκαλύπτει, όμως, την ισχύ του μόνο εκ των υστέρων, μετά την τέλεση του φαινόμενου ως εγκλήματος. Αποκαλύπτεται μόνο μέσα από κάποια «παράβαση» του ίδιου αυτού νόμου. Αξίζει η παραλληλία σε αυτό το σημείο με το διήγημα του Κάφκα «Στη Σωφρονιστική Αποικία», όπου ο καταδικασθείς μαθαίνει το νόμο όταν αυτός χαράζεται πάνω στη σάρκα του από μια μηχανή, δίχως κανένα περιθώριο υπεράσπισης, δίχως να μαθαίνει την απόφαση. Στο σώμα του καταδικασμένου χαράζεται απλά η γραφή «Τίμα τους ανωτέρους σου». 29 30
Αυτός ο Νόμος είναι μια αναγκαιότητα για τη γραφειοκρατική μηχανή με την οποία έρχεται αντιμέτωπος ο Γιόζεφ Κ. Όλοι επικαλούνται το νόμο, αλλά κανείς δεν το γνωρίζει ως θετό-γραπτό δίκαιο· ακόμη και οι δικαστές φαίνεται να μην το γνωρίζουν αλλά να τον έχουν μόνο ακουστά. Όταν, οι άνδρες που συλλαμβάνουν τον Κάφκα τον αφήνουν ελεύθερο και εκείνος μετά από κάποιες μέρες προσέρχεται στο δικαστήριο όπου θα λάβει χώρα η ανάκριση του, ενώπιον της Βαβυλωνίας ενός ανήσυχου υπερπληθούς κόσμου, χωρισμένου σε δύο παρατάξεις και έναν εξώστη. 31 Σε αυτή τη θορυβώδη και θεατρική ατμόσφαιρα, που προσιδιάζει περισσότερο σε πολιτική συγκέντρωση παρά σε κοινό δίκης, ο Γιόζεφ Κ. εκστομίζει ένα σφοδρό κατηγορώ, με ευθείες αναφορές για υποκίνηση από μια μεγάλη οργάνωση απαρτιζόμενη από δικαστικούς υπαλλήλους, γραφιάδες, χωροφύλακες, κι άλλο βοηθητικό προσωπικό, δικαστικών διαδικασιών που συλλαμβάνουν, ανακρίνουν και εξευτελίζουν αθώους ανθρώπους. 32 Ακόμη και εκεί, δίπλα στους δικαστές, δε μαθαίνει τον λόγο της δίωξης του. Όλες οι εμπλεκόμενες αρχές αρνούνται κατηγορηματικά να παράσχουν εξηγήσεις. 33
Την επόμενη εβδομάδα μετά την ανάκριση, επισκέπτεται ξανά την αίθουσα του δικαστηρίου όπου και ανακρίθηκε για να συναντήσει αυτή τη φορά μια άδεια αίθουσα, όπου στο ρου της συζήτησης του με μια γυναίκα διερωτάται περί του αν «είναι χαρακτηριστικό αυτού του δικαστηρίου όχι μόνο να καταδικάζεται ένας αθώος, αλλά και να καταδικάζεται δίχως να γνωρίζει το λόγο». 34 Μάλιστα, όταν ξεφυλλίζει τα βιβλία που υπάρχουν στην άδεια έδρα του δικαστή, αντί για νομικούς κώδικες ανακαλύπτει άσεμνες φωτογραφίες. Το βιβλίο όπου θέση έχει ο νόμος δεν αποδεικνύεται τίποτα περισσότερο από ένα «πορνοβιβλίο». 35 Είναι πασίδηλο πως ο νόμος διαστρέφεται για να κιβδηλοποιηθεί και να καταντήσει έρμαιο της αυθαιρεσίας ενός δικαστή, που δε δικάζει βάσει αποδεικτικών στοιχείων, αλλά βάσει των συζητήσεων στους διαδρόμους, βάσει των γνωριμιών του, των πρώτων φευγαλέων εντυπώσεων . Ο Κ. μετά από επιμονή του θείου του προσφεύγει σε έναν δικηγόρο ονόματι Χουλντ(η λέξη «Huld» στα γερμανικά σημαίνει «θεία χάρη») για την υπόθεση του. Ο Χουλντ φλυαρεί για τις επαφές του και τις κρυφές συναλλαγές που διατηρεί με τους δικαστές και εγγυάται για την επιτυχή τελεσφόρηση της δίκης του 36, αλλά ομολογεί πως ποτέ δεν διάβασε το νόμο. Τελικά, ο Χουλντ δεν επιβεβαιώνει τη σημασία του ονόματος του, δε φέρνει σε πέρας την αποστολή της αθώωσης του Κ..
Ο Γιόζεφ, επισκέπτεται έναν ζωγράφο με παρότρυνση ενός πελάτη του στην τράπεζα. Ο ζωγράφος Τιτορέλι συνδέεται και εκείνος με το δικαστήριο· είναι ο επίσημος πορτρετίστας του. Εκεί, ο Κ. θεωρεί έναν πίνακα του εν λόγω ζωγράφου, κατά παραγγελία των πελατών του όπου απεικονίζεται η Δικαιοσύνη, ως τυφλή και με ζυγό στο χέρι. Ο ζωγράφος του όμως ομολογεί πως είναι όλα επινοημένα και ο πίνακας δεν είναι παρά το αποτέλεσμα εντολών ανωτέρων και ματαιόδοξων δικαστών. Μετά από αυτή τη παραδοχή, η θεά του πίνακα μοιάζει περισσότερο με «μια τέλεια απεικόνιση της θεάς του Κυνηγιού». 37 Αυτή είναι η Δικαιοσύνη για τον Κάφκα. Ο Κ. εξηγεί στο ζωγράφο την κατάσταση της δίκης του και ο Τιτορέλι, λαμβανομένης υπόψιν της αθωότητας του Κ., δίνει τρεις πιθανές διεξόδους για τη δίκη του. Αφ’ ης στιγμής έχει απαγγελθεί μια κατηγορία είναι αδύνατον να μεταπειστεί το δικαστήριο, όποια απόδειξη και να προσκομιστεί. Η υπεράσπιση γίνεται ανεκτή αλλά όχι δεκτή από το δικαστήριο και αποδεικνύεται μια ματαιόπονη διαδικασία. 38 Τοιουτοτρόπως, η απόλυτη αθώωση, η πρώτη επιλογή για τον κατηγορούμενο είναι εκ προοιμίου απραγματοποίητη και οι διέξοδοι που απομένουν είναι ακόμη δύο: η «φαινομενική αθώωση», κατά την οποία πάνω από τον φαινομενικά αθωωνόμενο από το δικαστήριο συνεχίζει να πλανάται η κατηγορία, και ανά πάσα στιγμή είναι δυνατή η εκ νέου σύλληψη του, αφού οι φάκελοι της δικογραφίας δεν αρχειοθετούνται, αλλά συνεχίζουν να υπάρχουν· η «παρέλκυση» από την άλλη, η δεύτερη επιλογή, συνιστά μια αόριστη αναβολή της δίκης, 39 η οποία ενέχει περισσότερη ελπίδα για τον κατηγορούμενο από την πρώτη, εκτός και αν οι διαρκώς αναβαλλόμενες διαδικασίες τραπούν κάποια στιγμή σε κρίση. Ο κατηγορούμενος αποκτά μια τοποθετούμενη στο επέκεινα ελπίδα για την έκβαση της αναβολής της δίκης του. 40 Και με τις δύο προαναφερθείσες επιλογές, η απόλυτη αθώωση και πάλι αποκλείεται και ο κατηγορούμενος παραμένει μέχρι το θάνατο του δέσμιος του δικαστηρίου. Στη συνομιλία του με έναν άλλον πελάτη του δικηγόρου Χουλντ, τον Μπλοκ, του οποίου η δίκη δεν έχει ξεκινήσει εδώ και πέντε έτη, ο Κ. έρχεται αντιμέτωπος με την σύνθλιψη των υποτασσόμενων σα σκυλιά ανθρώπων που υποτάσσονται σα «σκυλιά» στο δικηγόρο τους. 41 Υποταγμένοι όπως είναι θα απωλέσουν την ανθρώπινη τους αξιοπρέπεια με ικεσίες και παρακάλια προς τους δικηγόρους τους. Ο Μπλοκ έχει ξοδέψει όλα του τα χρήματα για την κάλυψη των εξόδων της δίκης, πληρώνοντας πολλούς διαφορετικούς δικηγόρους και περιμένοντας κάθε μέρα στο δικαστήριο για να μάθει πως η έναρξη της δίκης εξαρτάται από τους δικαστές που είναι αρνητικά διακείμενο προς αυτόν, αφού εξάγουν τα συμπεράσματα τους από «το πρόσωπο του κατηγορουμένου και ιδίως το σχήμα των χειλιών του», 42 προδιαγράφοντας ήδη την κατάληξή της. 43 Όταν ένας δικηγόρος αναλαμβάνει μια υπόθεση, μοιράζεται το βάρος του πελάτη του. Αλλά στην περίπτωση του δικηγόρου του Κ. όπως και του Μπλοκ, κάτι τέτοιο δε συμβαίνει. Οι πελάτες καταντούν σκλάβοι 44 κι όλη η ευθύνη υπεράσπισης βαραίνει αποκλειστικά τους ίδιους γιατί ο δικηγόρος δεν έχει πράγματι πρόθεση να τους υπερασπίσει ενώπιον των δικαστών. 45 Κι όταν το συνειδητοποιεί, ο Κ. αποφασίζει να υπερασπίσει εαυτόν ο ίδιος· προσπάθεια που θα αποδειχθεί ατελέσφορη.
Υπό κανονικές συνθήκες, όταν η κατηγορία προς κάποιο πρόσωπο δεν προβλέπεται από κάποιο γνωστό, τεθειμένο, δημοσιευμένο, γραπτό νόμο, τότε εκείνος δεν μπορεί παρά να βρίσκεται εν αδίκω ενώπιον αυτού του άγνωστου για τον ίδιο νόμου. 46 Τουλάχιστον αυτό επιτάσσει η θεμελιώδης αρχή της νομιμότητας του ποινικού δικαίου nullum crimen nulla poena sine lege 47, όπως αυτή καταγράφεται ρητά στο άρθρο 1 του ποινικού κώδικα. 48 Είναι γνωστό πως οι περιπτώσεις αναγνωριζόμενης από το νόμο συγγνωστής πλάνης περί τω νόμω είναι ελάχιστες και κατ’ αρχήν ανεπίτρεπτες. Όπως όριζε χαρακτηριστικά το άρθρο 3 του αυστριακού ποινικού κώδικα του 1852 «Κανείς δεν μπορεί να επικαλεστεί άγνοια του ισχύοντος ποινικού νόμου για να θεμελιώσει αθωότητα». 49 Αυτή είναι η περίπτωση του Γιόζεφ Κ., ενός homo sacer, του οποίου το έγκλημα είναι άγνωστο, η ενοχή ανύπαρκτη και το τέλος (η δολοφονία του) «νομιμοποιούμενο» μόνο από έναν επέκεινα «νόμο».
O Theodore Ziolkowski, έχει επιμείνει πως «η Δίκη» αποκρυσταλλώνει τη διαμάχη μεταξύ του Αυστριακού ποινικού κώδικα, όπου έμφαση δίνεται κατά κανόνα στα υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, κατά τρόπο ώστε να είναι παραδεκτή η ύπαρξη ενοχής χωρίς παρανομία, (μια φυσιοκρατική αντίληψη με προέκταση την έμφαση στο πρόσωπο του εγκληματία) και του Γερμανικού ποινικού κώδικα, βάσει του οποίου τα υποκειμενικά στοιχεία του εγκληματία κατ’ εξαίρεση εξετάζονται (μια θετικιστική αντίληψη με προέκταση την έμφαση στο ίδιο το έγκλημα), σχετικοποιώντας κατά συνέπεια τον υποκειμενισμό του προαναφερθέντος αυστριακού ποινικού δικαίου. 50 «Η Δίκη» κατά τον Ziolkowski παρωδεί την υποκειμενικότητα του δικαίου ωθώντας το σε μια ακραία εκδήλωση του. 51 Κατ’ αυτό το τρόπο, αποδίδει στον Κάφκα θετικιστικές αντιλήψεις, πιθανολογώντας πως ο Κάφκα θα ασπαζόταν την άποψη πως μόνο μέσω ενός κωδικοποιημένου δικαίου παρέχονται σαφείς εγγυήσεις ατομικών ελευθεριών. Μια τέτοια προκρούστεια προσπέλαση ενός τόσο αβυθομέτρητου σε νοηματικά επίπεδα κειμένου, διαποτισμένου με πάμπολλες φιλοσοφικές επιρροές και τον χαρακτήρα της «αποδιδαχής», είναι βεβιασμένη και στην προσπάθεια της να πλαισιωθεί, αποβαίνει μοιραία ατελής, εξορίζοντας το σημαντικότερο ίσως κεφάλαιο -και πιο αινιγματικό- του βιβλίου: το (προτελευταίο) κεφάλαιο του Καθεδρικού.
Στην επίσκεψη του σε έναν καθεδρικό ναό για την ξενάγηση ενός Ιταλού πελάτη της τράπεζας, συναντά έναν ιερέα -τυγχάνων εφημέριος των φυλακών-, ο οποίος ξετυλίγει το μίτο της αφήγησης της παραβολής «πριν το Νόμο» 52. Σύμφωνα με αυτή, ένας θυροφύλακας στέκεται μπροστά από το Νόμο. Όταν έρχεται ένας άντρας από την επαρχία, ο θυροφύλακας του απαγορεύει την είσοδο στο Νόμο. Ο επαρχιώτης ξαφνιάζεται, αναμένοντας έναν προσιτό στον καθένα Νόμο και αποφασίζει να περιμένει μπροστά από την ανοιχτή πύλη προς το Νόμο έως ότου λάβει την άδεια από τον θυροφύλακα. Τα χρόνια παρελαύνουν ερήμην του άνδρα και εκείνος περιμένει ακόμη εκεί, με την εξασθενημένη του όραση και το σκοτάδι τριγύρω ολοένα και να θεριεύει. Ο θηροφύλακας τότε ρωτάει τον ετοιμοθάνατο άνδρα «Τι θέλεις ακόμη να μάθεις;». Ο άνδρας απαντάει: «Όλοι πασχίζουν να γνωρίσουν το Νόμο· πώς γίνεται τότε και στα τόσα πολλά χρόνια δεν έχει απαιτήσει κανένας άλλος εκτός από εμένα να μπει μέσα;». Τότε ο θυροφύλακας, συνειδητοποιώντας πως ο άνθρωπος μπροστά του πνέει τα λοίσθια απαντά: «Κανείς άλλος δεν μπορούσε να λάβει άδεια εισόδου, διότι αυτή η είσοδος προοριζόταν μόνο για σένα. Πάω τώρα να την κλείσω» 53.
Είναι πολλά εκείνα που κανείς μπορεί να συνάγει και να υποθέσει γι’ αυτή τη παραβολή. Όμως, δεν είναι η ενοχή εκείνη που εδώ φέρει την πρωταρχική σημασία, γιατί δεν εμποδίζει το αίσθημα της ενοχής την είσοδο του άνδρα στην γνώση του ατομικώς προοριζόμενου γι’ αυτόν νόμου, αλλά ο φόβος (angst) 54. O φόβος, προϊόν της -παραπλανητικής- συμπεριφοράς του θυροφύλακα, είναι εκείνη που αποτρέπει τον άνδρα απ’ την τολμηρή κίνηση να κοινωνήσει τον ατομικό του νόμο, να κοινωνήσει την αυτονομία, τη μόνη δυνατή εσωτερικότητα ενός άγνωστου νόμου, του οποίου η αναζήτηση, όπως η αναζήτηση της δικαιοσύνης σε μια δική στο δικαστήριο, δεν έχουν τέλος· αναβάλλονται αενάως 55. Ο άνδρας περιμένει παθητικά εκεί δεκαετίες ολόκληρες για την άδεια του θυροφύλακα, πεθαίνοντας τελικά υπόδουλος ενός νόμου που δεν τόλμησε να γνωρίσει. Η επιβεβαίωση του τέλους της παραβολής πραγματώνεται στο τελευταίο κεφάλαιο της Δίκης, όπου δύο άνδρες, την ημέρα των γενεθλίων του Κ., τον δολοφονούν. Ο Κ. δεν καταβάλλει την παραμικρή προσπάθεια αντίστασης στην αδυσώπητη γραφειοκρατική μηχανή που τον στραγγαλίζει και εν τέλει τον σκοτώνει «σαν το σκυλί», όπως χαρακτηριστικά ξεφωνίζει για στερνό του λόγο. Ακόμη και η επίδειξη της όποιας αντίστασης εκ μέρους του πρωταγωνιστή το πιθανότερο δε θα έφερε κανένα διαφορετικό αποτέλεσμα. Τη στιγμή της δολοφονίας του, κανένα δικαστήριο καμμιά αρχή δεν ήταν εκεί. Αντ’ αυτού, ο ίδιος ο θάνατος του ήταν η μόνη λύση στην εσαεί συνεχιζόμενη δίκη του. Η μόνη δυνατή δικαστική απόφαση ήταν εκείνη που θα προέβλεπε τον θάνατο του Κ., την παύση της εις το διηνεκές εν εξελίξει δίκης.
Τι είναι ο Νόμος στον Κάφκα; Μια τελεσίδικη απάντηση στο ερώτημα αυτό θα αντίκειτο στην ίδια την απροσωπία αυτού του Νόμου. Είναι φανερό, παραταύτα, πως διέπει όλα τα γρανάζια του συστήματος και όλοι τον υπηρετούν δίχως να τον γνωρίζουν. Σε καμία σκηνή του βιβλίου δεν λαμβάνει χώρα μια συνάντηση Νόμου και ανθρώπου, πολύ απλά γιατί ο Νόμος δεν ανευρίσκεται ούτε στους κώδικες των δικαστών, ούτε στα βιβλία των δικηγόρων. Εντοπίζεται πάντοτε αλλού, «στη διπλανή αίθουσα», στερούμενος κάθε είδους εσωτερική μορφή. Στο Νόμο της καθαρής μορφής του Καντ, ο Κάφκα αντιδιαστέλει το νόμο-εικόνα ως εξωτερική αναγκαιότητα για τη λειτουργία ενός μηχανισμού, κι ουχί αυτό καθ’ εαυτό το Αγαθό 56. Είναι, ακόμη, ένας Νόμος του οποίου το σενάριο ύπαρξης είναι εφιαλτικό, γιατί αυτός σε τελική ανάλυση εξασφαλίζει τη διαιώνιση της μηχανής της γραφειοκρατίας. Εξ ου και ο Philipe Malaurie γράφει για τη «Δίκη», πως είναι «η αποκάλυψη (με την εσχατολογική φόρτιση της λέξης) του κόσμου μας» 57. Μας μπάζει σε μια άτεγκτη γραφειοκρατία, με δίκες παράλογες, δίχως τέλος, μια κοινωνία δίχως έρωτα όπου οι άνθρωποι περιπλανιούνται άνευ νοήματος και αιτίας· κι όλα αυτά εν καιρώ ειρήνης. Κι επειδή ακριβώς συνέλαβε πως ένας αθώος καταδικάζεται και δολοφονείται δίχως να μάθει ποτέ το γιατί, είναι και «ο προφήτης του καιρού μας» 58. Ο Κάφκα δε γνώριζε τι ακριβώς θα συνέβαινε για να το προφητέψει επακριβώς. Μπόρεσε, όμως, ακροαζόμενος τους οιωνούς της εποχής του να σκιαγραφήσει την απουσία κάθε νομικού εχέγγυου προοικονομώντας τα στρατοπέδα συγκέντρωσης 59 των Ναζί 60 με την λεπτομερειακή οργάνωση και θέση σε ισχύ μιας μηχανής εξόντωσης εκατομμυρίων αθώων ανθρώπων. Επιβεβαιώθηκε όμως και στη Σοβιετική Ένωση με τις Σταλινικές Δίκες(-παρωδία) της Μόσχας 61, αλλά και στις ΗΠΑ με την εμπειρία της Μακαρθισμού 62 63. Η Χάνα Άρεντ αναφέρθηκε σε αυτή: «τη λειτουργία μιας γραφειοκρατικής μηχανής στην οποία ο ήρωας έχει παγιδευτεί χωρίς να φταίει» 64 και η οποία είναι η απόληξη των κάθε λογής συστημάτων όπου οι άνθρωποι όχι μόνο δε γνωρίζουν το νόμο, αλλά ακόμη και σε περίπτωση εύρεσης του, δεν θα διαβουλεύονταν για το περιεχόμενο του, προσμένουν φοβισμένοι για μια άδεια έξω από μια πόρτα, υποτασσόμενοι, δίχως σκέψη 65.
Αν υπάρχει κάτι που δύναται κανείς να αποκομίσει από ένα «άσχημο» όνειρο, πέρα από την τρομάρα, είναι η συνεπεία της αυπνίας επαγρύπνηση. Η αφύπνιση από έναν εφιάλτη, εφ’ όσον τον «επισκεφθούμε» νοητικά και στον ξύπνιο μας, δρα αποτρεπτικά για την πραγμάτωση αυτού του ίδιου κακού ονείρου στην πραγματικότητα. Ο εφησυχασμός αντίθετα αφήνει το έδαφος πρόσφορο προς μια ολίγον καθολίγον ανεπαίσθητη διαστροφή των πραγμάτων. Το παράδειγμα του Άντολφ Άιχμαν δεν κείται μακράν και ο Γιόζεφ Κ. της «Δίκης» -υπενθυμίζω- ζούσε σε ένα κράτος δικαίου…
Βιβλιογραφία
Bloom Harold, «Ο Δυτικός Κανόνας, τα βιβλία και τα σχολεία των εποχών», Μετάφραση: Ταραβατζόγλου Κατερίνα, Εισαγωγή-Επιμέλεια: Αρμάος Δημήτρης, Εκδόσεις Gutenberg, 2007
Ziolkowski Theodore, «The Mirror of Justice – Literary Reflections of Legal Crisis», Princeton, Princeton University Press, 1997
Posner A. Richard, «Law and Literature», Cambridge Massachusetts and London England, Harvard University Press, 1998
Ντελέζ Ζιλ – Γκουατταρί Φέλιξ, «Για μια ελάσσονα λογοτεχνία», Μετάφραση: Παπαγιώργης Κωστής, Αθήνα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1998
Δεσποινιάδης Κώστας, «Φραντς Κάφκα – ο Ανατόμος της Εξουσίας», Αθήνα, Εκδόσεις Πανοπτικόν, Τέταρτη Έκδοση, Μάιος 2024
Löwy Michael, «Κάφκα – Ουέλς – Μπένγιαμιν, Εγκώμιο του Πολιτισμικού Πεσιμισμού», Μετάφραση: Γούλα Κατερίνα, Αθήνα, Εκδόσεις ΜΙΕΤ, 2020
Löwy Michael, «Franz Kafka – Ανυπότακτος ονειροπόλος», Μετάφραση: Σταμπάκης Νίκος, Αθήνα, Εκδόσεις Κατάρτι, 2006
Κάφκα Φραντς, «Η Δίκη», Μετάφραση: Αβραμίδου Ιωάννα, Πρόλογος-Επίμετρο: Δεσποινιάδης Κώστας, Αθήνα, Εκδόσεις Πανοπτικόν, Μάιος 2022
Κάφκα Φραντς, «Ένας καλλιτέχνης της πείνας και άλλες δύο αποδιδαχές», Μετάφραση: Τσομίδης Θοδωρής, Επίμετρο: Τριαρίδης Θανάσης, Αθήνα, Εκδόσεις Gutenberg, 2022
Κάφκα Φραντς, «Η Μεταμόρφωση», Μετάφραση: Ζαχαριάδου Μαργαρίτα, Αθήνα, Εκδόσεις Δώμα, 2025
Malaurie Philippe, «Droit & Littérature – Anthologie», Paris, Éditions Cujas, 1997
Benjamin Walter, «Για μια κριτική της βίας/ Για την έννοια της Ιστορίας», Μετάφραση: Μαρσέλλος Χρήστος, Επιλεγόμενα: Καρρά Μαριλένα, Αθήνα, Εκδόσεις Έρμα, Οκτώβριος 2023
Benjamin Walter, «Φραντς Κάφκα», Μετάφραση: Ροζάνης Στέφανος, Αθήνα, Εκδόσεις Έρασμος, Τρίτη έκδοση 2017
Βουτσάκης Κ. Βασίλης, «Η Ηθική των Δικηγόρων», Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2025
Melville Herman, «Μπάρτλμπι ο γραφιάς», Μετάφραση: Καράμπελας Γιώργος, Επιλεγόμενα: Πατσάκης Φιλήμονας, Αθήνα, Εκδόσεις Έρμα, Νοέμβριος 2025
Καίσλερ Άρθουρ, «Το μηδέν και το άπειρο», Μετάφραση: Παπάς Ανδρέας, Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη, 2014
- Κάφκα Φραντς, «Η Δίκη», Μετάφραση: Αβραμίδου Ιωάννα, Πρόλογος-Επίμετρο: Δεσποινιάδης Κώστας, Αθήνα, Εκδόσεις Πανοπτικόν, Μάιος 2022, 126 [↩︎]
- Σε επιστολή του, ο εκδότης του Κάφκα, ο οποίος σημειωτέον επέμενε να εκδίδει τα έργα του Κάφκα παρά την ανεπιτυχία τους του γράφει σε μια επιστολή του «γενικώς τα καλύτερα και πιο αξιόλογα πράγματα δεν βρίσκουν αμέσως την απήχηση που τους αξίζει, αλλά πολύ αργότερα», ο.π. 10 [↩︎]
- Για την έννοια της αποδιδαχής σε αντιπαραβολή με την έννοια της παραβολής θα γίνει εκτενέστερη αναφορά παρακάτω. [↩︎]
- Benjamin Walter, «Φραντς Κάφκα», Μετάφραση: Ροζάνης Στέφανος, Αθήνα, Εκδόσεις Έρασμος, Τρίτη έκδοση 2017, 13 [↩︎]
- Melville Herman, «Μπάρτλμπι ο γραφιάς», Μετάφραση: Καράμπελας Γιώργος, Επιλεγόμενα: Πατσάκης Φιλήμονας, Αθήνα, Εκδόσεις Έρμα, Νοέμβριος 2025 [↩︎]
- Κάφκα, 2022. Μάλιστα ο βραβευθείς το 2025 με το Νομπέλ Λογοτεχνίας Lazlo Krasnahorkai, γνωστός επίσης και ως «ο σύγχρονος Κάφκα», συγκατέλεξε ανάμεσα στους συγγραφείς που ευχαρίστησε κατά την τελετή παραλαβής του βραβείου και τον Φραντς Κάφκα. Είπε χαρακτηριστικά: «Δίνω τις ευχαριστίες μου στον Φραντς Κάφκα, του οποίου το μυθιστόρημα Das Schloss («Το Κάστρο», γερμανικά στο πρωτότυπο), διάβασα όταν ήμουν 12 ετών ούτως ώστε να γίνω δεκτός στον κύκλο του, μεγαλύτερου κατά έξι χρόνια αδερφού μου και έτσι η μοίρα μου σφραγίστηκε». László Krasznahorkai – Banquet speech – Nobel Prize.org [↩︎]
- Bloom Harold, «Ο Δυτικός Κανόνας, τα βιβλία και τα σχολεία των εποχών», Μετάφραση: Ταραβατζόγλου Κατερίνα, Εισαγωγή-Επιμέλεια: Αρμάος Δημήτρης, Εκδόσεις Gutenberg, 2007, 555 [↩︎]
- Ziolkowski Theodore, «The Mirror of Justice Literary Reflections of Legal Crisis», Princeton, Princeton University Press, 1997, 224 [↩︎]
- Δεσποινιάδης Κώστας, «Φραντς Κάφκα – ο Ανατόμος της Εξουσίας», Αθήνα, Εκδόσεις Πανοπτικόν, Τέταρτη Έκδοση, Μάιος 2024, 142-148 [↩︎]
- Ο.π. 114 [↩︎]
- Ο.π. 153-154 [↩︎]
- Για το διχασμό του τον οποίο υφίσταται ο δικηγόρος ασκώντας το ρόλο του ως απόρροια της θεωρίας του ρόλου και τους υφέρποντες για την ακεραιότητα του κινδύνους βλ. Βουτσάκης Κ. Βασίλης, «Η Ηθική των Δικηγόρων», Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2025, 54-60 [↩︎]
- Πάντως, πολλάκις η ολοκλήρωση ενός σπουδαίου συγγραφικού έργου επέρχεται διαμέσου ακριβώς του ανολοκλήρωτου του. Είναι πολλοί οι συγγραφείς που δεν ολοκλήρωσαν το έργο τους, με αυτό ακριβώς να εκφράζει και μια κατάσταση. [↩︎]
- Για την κατηγοριοποίηση των διαφόρων ερμηνειών των έργων του Κάφκα βλ. Löwy Michael, «Franz Kafka – Ανυπότακτος ονειροπόλος», Μετάφραση: Σταμπάκης Νίκος, Αθήνα, Εκδόσεις Κατάρτι, 2006 [↩︎]
- Ντελέζ Ζιλ – Γκουατταρί Φέλιξ, «Για μια ελάσσονα λογοτεχνία», Μετάφραση: Παπαγιώργης Κωστής, Αθήνα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1998, 25 [↩︎]
- Στο γραφείο του πεθαμένου του φίλου ο Μαξ Μπροντ ανακάλυψε ένα ιδιόχειρο σημείωμα του Κάφκα, όπου ο αποθανών φίλος του έγραφε: «Πολυαγαπημένε Μαξ, η τελευταία μου παράκληση: Όλα όσα αφήνω πίσω μου […] να καούν δίχως να διαβαστούν[…]». Κάφκα, 2022, 7 [↩︎]
- Bloom, 2007, 555 [↩︎]
- «Ο Κάφκα είναι συγγραφέας παραβολών, όμως δεν ίδρυσε καμμιά θρησκεία» Benjamin, 2013, 37. Bloom, 2007, 547-548 [↩︎]
- Κάφκα Φραντς, «Ένας καλλιτέχνης της πείνας και άλλες δύο αποδιδαχές», Μετάφραση: Τσομίδης Θοδωρής, Επίμετρο: Τριαρίδης Θανάσης, Αθήνα, Εκδόσεις Gutenberg, 2022, 145-147 [↩︎]
- Bloom, 2007, 550 [↩︎]
- Ντελέζ – Γκουατταρί, 1998, 41-81 [↩︎]
- Ziolkowski, 1997, 226 [↩︎]
- Löwy Michael, «Κάφκα – Ουέλς – Μπένγιαμιν, Εγκώμιο του Πολιτισμικού Πεσιμισμού», Μετάφραση: Γούλα Κατερίνα, Αθήνα, Εκδόσεις ΜΙΕΤ, 2020, 20-25 [↩︎]
- Επιτρέπει συνάμα την ταύτιση του ίδιου του συγγραφέα με το υποκείμενο της γραφής του καθώς και την ταύτιση του οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου με αυτόν. [↩︎]
- Κάφκα, 2022, 20 [↩︎]
- Ωσάν να υπάρχει ένα άγνωστο παρασύνταγμα μονίμως σε ισχύ. Μας θυμίζει τα ελληνικά μεταπολεμικά χρόνια με την ισχύ του συντάγματος του 1952 και την παράλληλη ισχύ ενός παρασυντάγματος. [↩︎]
- Για τη διάκριση μεταξύ «Νομοπροστατευτικής» και «Νομοθετικής» βίας βλ. Benjamin Walter, «Για μια κριτική της βίας/ Για την έννοια της Ιστορίας», Μετάφραση: Μαρσέλλος Χρήστος, Επιλεγόμενα: Καρρά Μαριλένα, Αθήνα, Εκδόσεις Έρμα, Οκτώβριος 2023, 25-36 [↩︎]
- «Η παράδοση των καταπιεσμένων μας διδάσκει ότι η «κατάσταση εξαίρεσης» που ζούμε είναι ο κανόνας» Benjamin, 2023, 64 Löwy, 2020, 30 [↩︎]
- Posner A. Richard, «Law and Literature», Cambridge Massachusetts and London England, Harvard University Press, 1998, 127-128 [↩︎]
- Θυμίζω πως οι έγκλειστοι στο Άουσβιτς είχαν χαραγμένο πάνω στο δέρμα τους υπό μορφήν τατουάζ έναν ανεξίτηλο αριθμό Δεσποινιάδης, 2024, 122. [↩︎]
- Στην κινηματογραφική υιοθέτηση του βιβλίου από τον Orson Welles, προστέθηκε μια ακόμη σκηνή όπου ο Γιόζεφ Κ. προτού εισέλθει στο δικαστήριο για την ανάκριση του, υπό τον ήχο του Adagio in G minor του Albinoni, ο πρωταγωνιστής συναπαντιέται με ασάλευτες καρικατούρες εξαθλιωμένων και ημίγυμνων ανθρώπων με κρεμασμένες πινακίδες πάνω στον καθένα με τετραψήφια νούμερα, ωσάν εκείνα των φυλακισμένων, που περιμένουν αενάως να περατωθεί η δίκη τους. https://youtu.be/EHJkfwlyvXQ. [↩︎]
- Κάφκα, 2022, 62-65 [↩︎]
- Löwy, 2020, 46 [↩︎]
- Κάφκα, 2022, 66 [↩︎]
- Ντελέζ – Γκουατταρί, 1998, 148 [↩︎]
- Posner, 1998, 131 [↩︎]
- Κάφκα, 2022, 155 [↩︎]
- Ο.π. 158-162 [↩︎]
- Ο.π. 165 [↩︎]
- Benjamin, 2017, 42 [↩︎]
- «Αυτό ήταν λοιπόν το αποτέλεσμα της μεθόδου του δικηγόρου, στην οποία ευτυχώς ο Κ. δεν είχε εκτεθεί για πολύ: να λησμονήσει ο πελάτης τελικά όλο τον κόσμο, ελπίζοντας να συρθεί μέχρι το τέλος της δίκης μόνο μέσα από αυτόν τον παραπλανητικό δρόμο. Δεν ήταν πια πελάτης, ήταν το σκυλί του δικηγόρου» Κάφκα, 2022, 204 [↩︎]
- Κάφκα, 2022, 182-183 [↩︎]
- Posner, 1998, 132 [↩︎]
- Κάφκα, 2022, 191 [↩︎]
- Ο.π. 123 [↩︎]
- Κατά τη μεταφυσική ερμηνεία της Δίκης, «ο άνθρωπος βρίσκεται πάντοτε εν αδίκω μπροστά στο Θεό» Benjamin, 2017, 41 [↩︎]
- Σημειωτέα η αξίωση για έναν γραπτό νόμο, όπως απορρέει από την εξειδίκευση της αρχής της νομιμότητας nullum crimen nulla poena sine lege scripta. [↩︎]
- Το άρθρο 1 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει πως «Έγκλημα δεν υπάρχει χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της καθώς και την επιβλητέα γι’ αυτή ποινή.» [↩︎]
- Ziolkowski, 1997, 236-238 [↩︎]
- Ο.π. 227 [↩︎]
- Ο.π. 239-240 [↩︎]
- Η αφήγησης της παραβολής σε ανάγνωση του σκηνοθέτη της ταινίας Orson Welles συνιστά το εναρκτήριο μέρος της κινηματογραφικής απόδοσης της Δίκης. Η αφήγηση συνοδεύεται και πάλι από το μουσικό κομμάτι «Adagio in g minor» του Albinoni. https://youtu.be/pqPel7-eVgc.[↩︎]
- Κάφκα, 2022, 224-225[↩︎]
- Ντελέζ-Γκουατταρί, 1998, 137 Löwy, 2020, 41[↩︎]
- Ντελέζ-Γκουατταρί, 1998, 132[↩︎]
- Ο.π. 130-135[↩︎]
- Malaurie Philippe, «Droit & Littérature – Anthologie», Paris, Éditions Cujas, 1997, 320[↩︎]
- Ibid[↩︎]
- Löwy, 2020, 28[↩︎]
- Η δυσμετάφραστη στα ελληνικά γερμανική λέξη «Ungeziefer» (παράσιτο ή έντομο ή κατσαρίδα ή μαμούνα), χρησιμοποιούμενη από τον Κάφκα στις πρώτες γραμμές της «Μεταμόρφωσης» του Γκρέγκορ Σάμσα, υπήρξε (όλως τυχαίως) η λέξη με την οποία χαρακτήριζαν οι αντισημίτες των γερμανόφωνων χωρών τους εβραίους όταν κάλπαζε το εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα Δεσποινιάδης, 2024, 88. Για τη «Μεταμόρφωση» βλ. Κάφκα Φραντς, «Η Μεταμόρφωση», Μετάφραση: Ζαχαριάδου Μαργαρίτα, Αθήνα, Εκδόσεις Δώμα, 2025, 7[↩︎]
- Για τη λογοτεχνική απόδοση των Δικών της Μόσχας με καφκική ατμόσφαιρα βλ. Καίσλερ Άρθουρ, «Το μηδέν και το άπειρο», Μετάφραση: Παπάς Ανδρέας, Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη, 2014[↩︎]
- Löwy, 2020, 34[↩︎]
- «Όλοι αυτοί οι τομείς επικοινωνούν σύμφωνα με παραλλάσσουσες συνάφειες. Καπιταλιστική Αμερική, γραφειοκρατική Ρωσία, Ναζιστική Γερμανία στην πραγματικότητα, όλες οι διαβολικές δυνάμεις του μέλλοντος, εκείνες που κρούουν τη θύρα την εποχή του Κάφκα[…]» Ντελέζ-Γκουατταρί, 1998, 172[↩︎]
- Löwy, 2020, 48[↩︎]
- Benjamin, 2017, 34[↩︎]

Αφήστε μια απάντηση