Γιώργος Γκιόκας,

Προπτυχιακός Φοιτητής Νομικής του ΔΠΘ

Συνταγματική αναθεώρηση

 Το ελληνικό Σύνταγμα χαρακτηρίζεται από αυστηρότητα, καθώς η διαδικασία αναθεώρησής του είναι διαφορετική από εκείνη που ακολουθείται για τη θέσπιση, κατάργηση ή τροποποίηση του κοινού δικαίου. Το ελληνικό Σύνταγμα μπορεί να αναθεωρηθεί κάτω από ειδικές προϋποθέσεις, οι οποίες ορίζονται από το ίδιο το Σύνταγμα, και δι’ αυτού του τρόπου καθορίζεται το πλαίσιο, εντός του οποίου μπορεί να κινηθεί κάθε αναθεωρητική πρωτοβουλία[1].

 Η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος καθορίζεται από το ίδιο το Σύνταγμα στο άρθρο 110, στην παράγραφο 1 του οποίου τίθεται ο κανόνας του αναθεωρήσιμου των διατάξεων του (αν δεν υπήρχε δυνατότητα αναθεώρησης, τότε το Σύνταγμα θα ήταν απολύτως αυστηρό) και ορίζονται ταυτόχρονα και οι διατάξεις που δεν μπορούν να αναθεωρηθούν[2].

Διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος

 Στο άρθρο 110 του Συντάγματος καθορίζονται οι ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις του αναθεωρητικού διαβήματος[3].

 Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις ανάγονται στην προαναφερθείσα παράγραφο 1 του άρθρου 110, όπου καθορίζονται τα όρια της αναθεωρητικής διαδικασίας. Κατά την ισχύουσα συνταγματική ρύθμιση, δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση οι διατάξεις “που καθορίζουν τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος ως προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας”, καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 2§1 (αξία του ανθρώπου), 4§1,§4 και §7 (αρχή της ισότητας, απαγόρευση τίτλων ευγενείας) , 5§1 (ανάπτυξη της προσωπικότητας) και §3 (προσωπική ελευθερία), 13 §1 (θρησκευτική ελευθερία), και 26 (διάκριση των λειτουργιών). Κατά λογική συνέπεια, δεν είναι δυνατή η αναθεώρηση του άρθρου 110 §1, έτσι ώστε να καταστούν αναθεωρήσιμες οι οριζόμενες ως μη αναθεωρήσιμες διατάξεις. Το Σύνταγμα στο α.110§1 εδ.α δεν απαρριθμεί τις διατάξεις που δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση, όπως στο αμέσως επόμενο εδάφιο, αλλά καθορίζει τα όρια της διατύπωσης, η οποία πάντως δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται με ευρύτητα. Έτσι, με την “Προεδρευόμενη Δημοκρατία”προστατεύεται και καθιερώνεται το αιρετό του αρχηγού του κράτους κι έτσι αποκλείεται η Βασιλευομένη Δημοκρατία, η οποία θα συνίστατο στην ύπαρξη κληρονομικού ανώτατου άρχοντα. Όμως, επειδή δεν γίνεται λόγος μόνο για τη μορφή, αλλά και για τη βάση του πολιτεύματος, ο συντακτικός νομοθέτης δεν περιορίζεται μόνο στην κατοχύρωση του αιρετού του ανώτατου άρχοντα, αλλά απαγορεύει, συγχρόνως, και την υπερσυγκέντρωση των εξουσιών στα χέρια ενός, έστω εκλεγμένου, ανώτατου άρχοντα, δηλαδή απαγορεύει την εισαγωγή της Προεδρικής Δημοκρατίας. Επιπλέον, με την “Κοινοβουλευτική Δημοκρατία” ο συντακτικός νομοθέτης κατοχυρώνει την εξάρτηση της εκτελεστικής από την νομοθετική λειτουργία, αλλά και τις τρεις διαστάσεις του κοινοβουλευτικού συστήματος, την ανάδειξη, τη διατήρηση και τον έλεγχο της Κυβέρνησης. Έτσι, αλλοιώσεις του υπάρχοντος κοινοβουλευτικού χαρακτήρα υπέρ του προεδρικού στοιχείου δεν είναι επιτρεπτές.

 Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της αναθεωρητικής λειτουργίας καθορίζονται στις διατάξεις του α.110 §2-§6. Αντίθετα με την πρώτη παράγραφο του ίδιου άρθρου, οι παράγραφοι 2-6 είναι δυνατόν να αναθεωρηθούν[4]. Αρμόδιο όργανο είναι η Βουλή, χωρίς να απαιτείται η σύμπραξη του Προέδρου της Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης. Η αναθεωρητική διαδικασία διακρίνεται καταρχήν σε δύο φάσεις. Η πρώτη φάση αφορά στη διαπίστωση της ανάγκης αναθεώρησης του συντάγματος. Η φάση αυτή αρχίζει με πρόταση πενήντα τουλάχιστον βουλευτών, η οποία υποβάλλεται γραπτώς και προσδιορίζει τις αναθεωρητέες διατάξεις, συνοδευόμενη από αιτιολογική έκθεση[5]. Έπειτα, ο Πρόεδρος της Βουλής συνιστά επιτροπή αναθεώρησης του Συντάγματος, στην οποία παραπέμπονται για εξέταση οι προτάσεις αναθεώρησης που έχουν υποβληθεί και τίθεται προθεσμία για την υποβολή σχετικής έκθεσης[6]. Μετά την υποβολή ή την πάροδο της προθεσμίας για την υποβολή της έκθεσης της επιτροπής για την αναθεώρηση του Συντάγματος οι σχετικές προτάσεις εγγράφονται σε ειδική ημερήσια διάταξη και διενεργείται συζήτηση από την Ολομέλεια της Βουλής. Ακολούθως, η Βουλή αποφασίζει σε δύο ονομαστικές ψηφοφορίες που απέχουν μεταξύ τους έναν, τουλάχιστον, μήνα. Αποφασίζει μόνον σχετικά με τις διατάξεις του Συντάγματος που θα αναθεωρηθούν κι όχι για το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών. Η λήψη απόφασης είναι δυνατή είτε με την πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών (τουλάχιστον 151 βουλευτές), είτε με την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του συνόλου (180 βουλευτές)[7]. Από τον αριθμό των ψήφων που θα συγκεντρωθούν στην πρώτη φάση, εξαρτάται ο αριθμός των ψήφων που απαιτείται για την αναθεώρηση στη δεύτερη φάση. Αν η απόφαση της πρώτης Βουλής (Προτείνουσα Βουλή) για την έναρξη της αναθεωρητικής διαδικασίας ληφθεί με την απόλυτη πλειοψηφία, τότε η δεύτερη Βουλή (Αναθεωρητική Βουλή) λαμβάνει την απόφαση της με την ειδική αυξημένη πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των μελών της (180 βουλευτές). Αν αντίθετα η απόφαση της Προτείνουσας Βουλής (σε δύο ψηφοφορίες, όπως προαναφέρθηκε) ληφθεί με 180 βουλευτές, τότε η Αναθεωρητική Βουλή χρειάζεται μόλις 151 βουλευτές για να λάβει απόφαση. Στην πράξη, είναι σπάνια η λήψη απόφασης της Προτείνουσας Βουλής με 180 βουλευτές, καθώς δι’ αυτού του τρόπου η κυβερνητική πλειοψηφία που θα προκύψει από τις εκλογές στην Αναθεωρητική Βουλή, θα έχει την δυνατότητα να διαπλάσει το περιεχόμενο των αναθεωρητέων συνταγματικών διατάξεων χωρίς να απαιτείται συναίνεση των υπολοίπων κοινοβουλευτικών ομάδων. Η απόφαση της Προτείνουσας Βουλής σχετικά με τις διατάξεις που πρέπει να αναθεωρηθούν δεν συνεπάγεται αυτομάτως την διάλυσή της. Ωστόσο, εμπίπτει αυτή καθ’ εαυτή η αναθεώρηση του Συντάγματος στην έννοια του εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας, για την αντιμετώπιση του οποίου ο ΠτΔ, μετά από πρόταση της Κυβέρνησης που έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής, διαλύει την Βουλή[8]. Άρα, όταν ολοκληρωθεί η πρώτη φάση της αναθεωρητικής διαδικασίας, είναι δυνατή η πρόωρη διάλυση της Βουλής και η διενέργεια εκλογών.

 Η δεύτερη φάση της αναθεωρητικής διαδικασίας ξεκινά στην Βουλή που θα προκύψει από τις εκλογές, οι οποίες είναι απαραίτητο να διενεργηθούν ώστε να μεσολαβήσει στην διαδικασία αναθεώρησης ο κυρίαρχος λαός, στο όνομα του οποίου ασκούνται όλες οι εξουσίες[9]. Ο Πρόεδρος της Αναθεωρητικής Βουλής στην αρχή της πρώτης συνόδου συνιστά επιτροπή αναθεώρησης του Συντάγματος για την επεξεργασία του περιεχομένου των αναθεωρητέων διατάξεων που έχουν καθοριστεί από την απόφαση της προηγούμενης Βουλής[10]. Η απόφαση της Αναθεωρητικής Βουλής, σχετικά με το περιεχόμενο των διατάξεων που έχουν υποδειχθεί ως αναθεωρητέες από την Προτείνουσα Βουλή, λαμβάνεται με μία και μόνη ονομαστική ψηφοφορία (βλ. και παραπάνω για το σύστημα εναλλαγής των πλειοψηφιών). Κάθε νέα διάταξη δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εντός δέκα ημερών από την ψήφισή της και τίθεται σε ισχύ με ειδικό ψήφισμα της Βουλής[11]. Η παράγραφος 6 του άρθρου 110 απαγορεύει την αναθεώρηση του Συντάγματος πριν περάσει πενταετία από την ολοκλήρωση της προηγούμενης. Ακολούθως, η Αναθεωρητική Βουλή μετατρέπεται σε απλή, η οποία συνεχίζει τις εργασίες της[12].

Μεταβίβαση της αναθεωρητικής λειτουργίας

 Ιδιαίτερος προβληματισμός υπάρχει σχετικά με την τύχη της συνταγματικής αναθεώρησης σε περίπτωση που δεν σχηματιστεί Κυβέρνηση, είτε μονοκομματική είτε πολυκομματική, και δεν τελεσφορήσει ούτε η διαδικασία των ερευνητικών εντολών, οπότε και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα διαλύσει πρόωρα την Βουλή και θα προκηρύξει εκλογές, κατά το άρθρο 37 §3. Το πρόβλημα εντοπίζεται στο ενδεχόμενο διάλυσης της Βουλής, λόγω της αδυναμίας σχηματισμού Κυβέρνησης, αμέσως μετά την συγκρότησή της σε σώμα για μία ή δύο ημέρες (όπως συνέβη και τον Μάιο του 2023), καθώς σύμφωνα με το 110 §3 αρμόδια να ολοκληρώσει το αναθεωρητικό διάβημα είναι η “επόμενη Βουλή”.Είναι αυτονόητο ότι η Βουλή που θα συγκροτηθεί σε σώμα για δύο μόλις ημέρες δεν θα μπορέσει να ολοκληρώσει την αναθεωρητική διαδικασία. Έτσι, τίθεται το ζήτημα αν η επόμενη Βουλή που θα προκύψει από τις εκλογές που θα προκηρυχθούν κατά το 37 §3 (δηλαδή η μεθεπόμενη Βουλή) θα είναι αναθεωρητική κι άρα θα μπορεί να ψηφίσει σχετικά με το περιεχόμενο των υπό αναθεώρηση συνταγματικών διατάξεων ή αν η αναθεωρητική αρμοδιότητα περιορίζεται στην “επόμενη Βουλή” κι άρα η αναθεωρητική διαδικασία σταματά με την διάλυση της Βουλής μέσα σε δύο ημέρες, εφόσον δεν είναι δυνατός ο σχηματισμός Κυβέρνησης. 

 Κατά την πρώτη άποψη, η οποία έχει ως έρεισμα το ρητό γράμμα του 110 §3, δεν είναι δυνατή η μεταβίβαση της αναθεωρητικής λειτουργίας της Βουλής στην “μεθεπόμενη Βουλή”, αφού το Σύνταγμα προβλέπει ρητώς για την “επόμενη Βουλή”, έστω κι αν η σύνοδός της διαρκέσει μία μόλις ημέρα[13]. Έτσι, σύμφωνα με το Σύνταγμα, “επόμενη” είναι η Βουλή που θα προκύψει από τις προσεχείς βουλευτικές εκλογές και τυχόν διάλυσή της συνεπάγεται και την λήξη της βουλευτικής περιόδου με τη συνακόλουθη παρέλευση όλων των συνόδων της[14]. Άρα, η μεθεπόμενη Βουλή δεν θα μπορεί να συνεχίσει την διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης. 

 Κατά την δεύτερη άποψη, η οποία ερμηνεύει τελολογικά το 110 §3, είναι δυνατή η μεταβίβαση της αναθεωρητικής λειτουργίας της Βουλής στην “μεθεπόμενη Βουλή”, καθώς ο λόγος που το Σύνταγμα θέτει στην επόμενη Βουλή, κατά την επόμενη σύνοδό της, να αποφασίζει είναι για να έχει μεσολαβήσει όσο το δυνατόν πιο πρόσφατα ο κυρίαρχος λαός και να μην μακραίνει η αναθεωρητική διαδικασία. Με βάση αυτή την ερμηνεία, μία βραχύβια πρώτη σύνοδος ελάχιστων ημερών δεν αρκεί για να πληρωθεί η τυπική προϋπόθεση του άρθρου 110§3Σ κι άρα η δυνατότητα οριστικής απόφασης μεταφέρεται, αναγκαστικά, στη Βουλή που θα προκύψει από τις επόμενες εκλογές, ως η αμέσως επόμενη λειτουργικά ικανή Βουλή[15].

 Κατά την άποψη που θεωρώ ορθότερη, δεν είναι δυνατή η μεταβίβαση της αναθεωρητικής λειτουργίας της Βουλής στη μεθεπόμενη Βουλή. Εξάλλου, υπάρχει η δυνατότητα σχηματισμού Κυβέρνησης ειδικού σκοπού, δηλαδή Κυβέρνησης με τη συμμετοχή περισσότερων κοινοβουλευτικών ομάδων, με σκοπό την ολοκλήρωση του αναθεωρητικού διαβήματος[16]. Μετά την ολοκλήρωση της συνταγματικής αναθεώρησης, η οποία συντελείται με την έκδοση και δημοσίευση του ψηφίσματος της αναθεωρητικής Βουλής, μπορούν να προκηρυχθούν ξανά εκλογές. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: 

  1. Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, Σύνταγμα, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 6η έκδοση.
  2. Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, Κανονισμός της Βουλής, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, 6η έκδοση.
  3. Άλκης Ν. Δερβιτσιώτης, Σημειώσεις Συνταγματικού Δικαίου, Εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλας, 5η έκδοση, 2022.
  4. Ανδρέας Γ. Δημητρόπουλος, Σύστημα Συνταγματικού Δικαίου, Εκδόσεις Σάκκουλα, β έκδοση, 2011.
  5. Χ. Ανθόπουλος, «Ανάλυση: Ποια είναι η Αναθεωρητική Βουλή;», Η εφημερίδα Τα Νέα, Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026.
  6. Λίνα Παπαδοπούλου, «Μεταβίβαση της αναθεωρητικής λειτουργίας στη μεθεπόμενη βουλή;»,Constitutionalism– Όμιλος Αριστόβουλος Μάνεσης, 15/02/2026. Διαθέσιμο στο:  https://www.constitutionalism.gr/metavivasi-tis-anatheoritikis-leitourgias-sti-methepomeni-vouli/.
  7. Εισήγηση του Κώστα Χρυσόγονου, Προϋποθέσεις Αναθεώρησης του Συντάγματος, Εκδήλωση Κύκλου Ιδεών, 9/02/2026, διαθέσιμη στο YouTube: https://www.youtube.com/watch?reload=9&app=desktop&v=0vnos18KtEQ&ra=m.

[1] Άλκης Ν. Δερβιτσιώτης, Σημειώσεις Συνταγματικού Δικαίου, εκδόσεις Π.Ν. Σάκκουλας, 5η έκδοση σ.36

[2] Ανδρέας Γ. Δημητρόπουλος, Σύστημα Συνταγματικού Δικαίου, Εκδόσεις Σάκκουλα, Β έκδοση σ.293

[3] Άλκης Ν. Δερβιτσιώτης, ο.π. σελ.40

[4] Ανδρέας Γ. Δημητρόπουλος, ο.π. σελ. 293-299

[5] Άρθρο 110 §2 εδ.α Συντάγματος – άρθρο 119 §1 ΚτΒ

[6] Άρθρο 119 §4 ΚτΒ

[7] Ανδρέας Γ. Δημητρόπουλος, ο.π. σελ.300

[8] Άλκης Ν. Δερβιτσιώτης, ο.π. σελ.43

[9] Άρθρο 1 §3 Συντάγματος

[10] Άρθρο 119 §8 ΚτΒ

[11] Άρθρο 110 §5 Συντάγματος

[12] Άλκης Ν. Δερβιτσιώτης, σελ. 44

[13] Λίνα Παπαδοπούλου, «Μεταβίβαση της αναθεωρητικής λειτουργίας στη μεθεπόμενη βουλή;»,Constitutionalism– Όμιλος Αριστόβουλος Μάνεσης, 15/02/2026. Διαθέσιμο στο:  https://www.constitutionalism.gr/metavivasi-tis-anatheoritikis-leitourgias-sti-methepomeni-vouli/

[14] Χ. Ανθόπουλος, «Ανάλυση: Ποια είναι η Αναθεωρητική Βουλή;», Η εφημερίδα Τα Νέα, Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

[15] Λίνα Παπαδοπούλου, ο.π.

[16] Εισήγηση του Κώστα Χρυσόγονου, Εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών: Προϋποθέσεις Αναθεώρησης του Συντάγματος, 09/02/2026.

Απάντηση

ΑΠΟΦΘΕΓΜΑ

«Η δικαιοσύνη δε θα ‘ρθει μοναχή της, δεν έχει πόδια. Εμείς θα τη σηκώσουμε στους ώμους μας και θα τη φέρουμε»

~ Νίκος Καζαντζάκης

Discover more from Nomikoi Dialogoi

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading

Discover more from Nomikoi Dialogoi

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading