Γεράσιμος Έξαρχος, Φοιτητής Νομικής, Sorbonne Paris XIII, Γαλλία
Ιωάννης Στεργιόπουλος, Φοιτητής Νομικής, University of Nicosia, Αθήνα & University of Edinburgh, Ηνωμένο Βασίλειο
Η παρούσα μελέτη συγκροτείται ως διατομική προσέγγιση επί της έννομης διαδικασίας της ακούσιας νοσηλείας, επιδιώκουσα να αναδείξει, μέσω συγκριτικής αντιπαραβολής, τις διαφοροποιήσεις στην ερμηνευτική πρόσληψη και στη δογματική θεμελίωση καίριων ζητημάτων της εν λόγω διαδικασίας. Η διττή φωνή του κειμένου αντικατοπτρίζεται στην παρουσίαση, αφενός, της θέσεως του Γεράσιμου Έξαρχου, ο οποίος υιοθετεί μία περισσότερο de jure προσέγγιση των διατάξεων, και, αφετέρου, της αντιτιθέμενης γνώμης του Ιωάννη Στεργιόπουλου, ο οποίος ενστερνίζεται μία περισσότερο de facto οπτική, προκρίνοντας ως κεντρικό άξονα την κατοχύρωση και την αποτελεσματική διασφάλιση των δικαιωμάτων του ασθενούς.
Εν πρώτοις, ο Γεράσιμος Ν. Έξαρχος, επισημαίνει ότι η ακούσια νοσηλεία συνιστά νομική διαδικασία, δια της οποίας το υποκείμενο δικαίου, εισάγεται και παραμένει σε αρμοδίως πιστοποιημένη Μονάδα Ψυχικής Υγείας άνευ της συναινέσεώς του, με αποκλειστικό σκοπό την παροχή θεραπευτικής αγωγής και την προστασία της σωματικής και ψυχικής του υγείας. Η θεσμοθέτηση του εν λόγω μηχανισμού συνεπάγεται αναγκαστικό περιορισμό της προσωπικής αυτοδιάθεσης και της ιδιωτικής αυτονομίας του ασθενούς, περιορισμός ο οποίος, όμως, θεμελιώνεται σε αυστηρές νομικές προϋποθέσεις, όπως ρητώς ορίζονται στον Αστικό Κώδικα, καθώς και στις διατάξεις των Ν. 2071/1992 και 2716/1999.
Προς εκκίνηση της ως άνω διαδικασίας, απαιτείται η συνδρομή αντικειμενικά διαγνώσιμων προϋποθέσεων, ήτοι ο ασθενής να πάσχει από ψυχική διαταραχή, να στερείται της ικανότητας ορθολογικής εκτίμησης των συνεπειών επί της υγείας του και η παράλειψη νοσηλείας να συνεπάγεται είτε σοβαρή και άμεση επιδείνωση της ψυχικής του καταστάσεως είτε ανάγκη πρόληψης προσβολής της έννομης σφαίρας αυτού ή τρίτου προσώπου από πιθανές βίαιες ή επικίνδυνες πράξεις. Συνεπεία τούτων, η ακούσια νοσηλεία δεν εξαντλείται σε αμιγώς θεραπευτικό χαρακτήρα. A contrario, φέρει και προληπτική λειτουργία προς αποτροπή επικίνδυνων συμπεριφορών, προασπίζοντας συγχρόνως την ατομική προστασία και τη συλλογική ασφάλεια.
Δικαίωμα υποβολής αιτήματος για την κίνηση της διαδικασίας διαθέτουν ο/η σύζυγος του ασθενούς, οι συγγενείς εξ αίματος σε ευθεία γραμμή απεριορίστως, οι συγγενείς εκ πλαγίου έως και δευτέρου βαθμού, το πρόσωπο που ασκεί την επιμέλεια ή δικαστική συμπαράσταση επί του ασθενούς, και, κατ’ εξαίρεση σε περιπτώσεις κατεπείγοντος και ελλείψει των ανωτέρω, ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών και αυτοτελώς. Η διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας ενεργοποιείται προς το συμφέρον του ασθενούς, αλλά και της κοινωνικής ασφάλειας, γεγονός το οποίο καθιστά επιβεβλημένη την αντιμετώπισή του αποκλειστικώς ως ασθενή και ουδόλως ως κρατούμενο. – Διάκριση η οποία, παρά ταύτα, δεν τηρείται εν τοις πράγμασι πάντοτε με την δέουσα ακρίβεια-
Κατόπιν της αιτήσεως ενώπιον του αρμοδίου Εισαγγελέως, διατάσσεται εντός σαράντα οκτώ (48) ωρών η εξέταση του ασθενούς από δύο ειδικούς ψυχιάτρους, με ταυτόχρονη μεταφορά αυτού σε ψυχιατρική μονάδα μέσω ασθενοφόρου. Εάν ο Εισαγγελέας αποφανθεί υπέρ του εγκλεισμού, οφείλει εντός τριών ημερών να εισαγάγει σχετική αίτηση ενώπιον του καθ’ ύλην αρμοδίου Μονομελούς Πρωτοδικείου, προκειμένου το προαναφερθέν να αποφανθεί επί της ουσίας, κατ’ άρθρο 96 § 6 Ν. 2071/1992. Το Πρωτοδικείο υποχρεούται να συνεδριάσει εντός δέκα ημερών, με συνέπεια η τελεσίδικη δικαστική κρίση να εκδοθεί εντός συνολικά δεκατριών ημερών από την εισαγγελική παραγγελία περί εισαγωγής και νοσηλείας.
Δια της ανωτέρω διαδικασίας επιτυγχάνεται αφ’ ενός η εξασφάλιση της υγείας του ασθενούς, αφ’ ετέρου δε η διασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης, καθιστώντας την ακούσια νοσηλεία σύνθετο μεν, αλλά αδήριτο μέτρο περιορισμένης αυτονομίας, το οποίο συγκεράζει θεραπευτικούς και προληπτικούς σκοπούς.
Περαιτέρω, η νομολογία του Αρείου Πάγου έχει συμβάλει εναργώς στην εφαρμογή της διαδικασίας ακούσιας νοσηλείας. Ειδικότερα, με την υπ’ αριθμ. 1075/2016 απόφασή του (ΣΤ΄ Ποινικό Τμήμα, σε Συμβούλιο), το Ανώτατο Δικαστήριο επιλήφθηκε αιτήματος περί άρσεως αποφατικής συγκρούσεως αρμοδιότητος μεταξύ των Εισαγγελιών Πρωτοδικών Αθηνών και Πειραιώς, αναφορικά με εκκρεμή ποινική δικογραφία, συναπτομένη με αίτημα διερευνήσεως της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων ακούσιας νοσηλείας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι αρμόδιος κατά τόπον Εισαγγελέας προς κίνηση και εποπτεία της διαδικασίας ακούσιας νοσηλείας είναι εκείνος του τόπου κατοικίας ή διαμονής του ελεγχομένου προσώπου, ενώ, αντιστρόφως, για την ποινική διάσταση της υποθέσεως καθίσταται αρμόδιος ο Εισαγγελέας του τόπου τελέσεως των φερομένων αξιοποίνων πράξεων.
Κατ’ ακολουθίαν, ο Άρειος Πάγος προέβη στον προσδιορισμό του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, καθώς και των συναρμοδίων δικαστικών αρχών του Πρωτοδικείου Αθηνών, ως καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδίων για την περαιτέρω επεξεργασία της ποινικής υποθέσεως, ενώ παραλλήλως επιβεβαίωσε ότι για τη διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας το καθοριστικό κριτήριο αρμοδιότητος είναι η κατοικία ή διαμονή του προσώπου, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του Κώδικος Ποινικής Δικονομίας.
Η προαναφερθείσα νομολογία, καταδεικνύει την αναγκαιότητα εύληπτης λειτουργικής και κανονιστικής διακρίσεως μεταξύ των ποινικών διαδικασιών και της διαδικασίας ακούσιας νοσηλείας, τονίζοντας την υποχρέωση απαρεγκλίτου τηρήσεως των κανόνων τοπικής αρμοδιότητος, προς αποτροπή κινδύνου αρνησιδικίας και εξασφάλιση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.
Εν αντιθέσει, ο ο Ιωάννης Στεργιόπουλος, τονίζει ότι το ζήτημα της ακούσιας νοσηλείας πρέπει να ιδωθεί πρωτίστως υπό το πρίσμα των ενδίκων μέσων, τα οποία κατοχυρώνουν τον δικαστικό έλεγχο και αποτελούν θεμέλιο της δικονομικής προστασίας του ασθενούς. Στο πλαίσιο αυτό προβλέπονται: α) η ανακοπή, β) η έφεση, γ) η αναίρεση.
Το ένδικο μέσο της έφεσης μπορεί να ασκηθεί εμπρόθεσμα εντός δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης.
Το καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της έφεσης είναι το μονομελές εφετείο το οποίο συνεδριάζει κατά κανόνα μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την κατάθεση της έφεσης.
Σχετικά με την καθ ύλην αρμοδιότητα του εφετείου στην περίπτωση της ακούσιας νοσηλείας, αυτή θα πρέπει να εισάγεται στο Μονομελές και όχι στο Τριμελές Εφετείο, διότι πλέον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εκδικάζει την ακούσια νοσηλεία μέσω της διαδικασίας της εκουσίας δικαιοδοσίας είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο και όχι το Πολυμελές πρωτοδικείο, όπως αυτό οριζόταν από τη διάταξη του άρθρου 97 παρ.2 του Ν. 2071/1992 σε συνδυασμό με με την διάταξη του άρθρου 96 παρ 6 του ίδιου νόμου.
Επομένως σύμφωνα με το άρθρο 19 ΚΠολΔ (Στην αρμοδιότητα των μονομελών εφετείων υπάγονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των μονομελών πρωτοδικείων και στην αρμοδιότητα των τριμελών εφετείων υπάγονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των πολυμελών πρωτοδικείων της περιφέρειάς τους),η εκδίκαση της έφεσης πρέπει να εισάγεται στο Μονομελές και όχι στο Τριμελές Εφετείο. Αυτό διότι η προγενέστερη διάταξη, η οποία όριζε ότι η ακούσια νοσηλεία θα εκδικάζεται από πολυμελές πρωτοδικείο και κατ επέκταση η έφεση από τριμελές εφετείο, αντικαταστάθηκε από το άρθρο 740 ΚΠολΔ και από το άρθρο 39 Ν.2447/1996, με το οποίο ορίστηκε ότι καθ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο για την εκδίκαση υποθέσεων ακούσιας νοσηλείας είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο
Αξιοσημείωτο είναι ότι η μη τήρηση των προθεσμιών, λ.χ. της 48ωρης προθεσμίας του εισαγγελέα ή της μη τήρησης της δεκαήμερης προθεσμίας της συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, δεν επιφέρει κανενός είδους ακυρότητα (σχετική ή απόλυτη).
Σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις, ο εισαγγελέας δύναται να ασκήσει προσωρινή διαταγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου (βλ. άρθρο 781 ΚΠολΔ) σχετικά με την παράταση του χρόνου νοσηλείας του ασθενούς, ώστε η προσωρινή διαταγή, με τη φύση της ως δικαστική απόφαση, έστω και προσωρινή, να καλύψει το τυχόν δικονομικό χάσμα που θα προκύψει αναφορικά με την παράταση του χρόνου της νοσηλείας, έως ότου εκδοθεί η απόφαση από το δικαστήριο της ουσίας.
Το ΕΔΔΑ (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) σημειώνει ότι ο Ν. 2071/1992 έχει θεσπίσει μια δικαστική διαδικασία σε θέματα ακούσιας νοσηλείας. Αν και οι ψυχίατροι έχουν σημαντικές αρμοδιότητες σε θεραπευτικό επίπεδο, η διαδικασία διεξάγεται εξ ολοκλήρου υπό τον έλεγχο του Εισαγγελέα Πρωτοδικών.
Κλείνοντας, αναφορικά με το ζήτημα της τήρησης των προθεσμιών που προβλέπονται στον Ν. 2071/1992, πρέπει να γίνουν οι εξής επισημάνσεις:
α) Αφού δεν νοείται αυτοδίκαιη ή σιωπηρή παράταση της αναγκαστικής νοσηλείας, πρέπει ο Εισαγγελέας, εντός τριημέρου από τότε που διέταξε τη μεταφορά του ασθενούς, να ζητά εγγράφως από τον αρμόδιο Πρόεδρο Πρωτοδικών να ορίσει δικάσιμο μέσα σε δέκα (10) ημέρες στο Μονομελές Πρωτοδικείο για να εκδικασθεί η αίτησή του περί αναγκαστικής νοσηλείας.
Πρέπει, δε, ο Εισαγγελέας να παρακολουθεί εάν πράγματι ορίσθηκε δικάσιμος εντός του δεκαημέρου, άλλως να ενημερώνει εγκαίρως τον προϊστάμενο του Πρωτοδικείου για την υπάρχουσα ανάγκη απαρέγκλιτης τήρησης της ανωτέρω προθεσμίας και, εάν εξακολουθεί να υφίσταται σχετικό πρόβλημα, τον ασκούντα, κατά το άρθρο 19 παρ. 1 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων, την εποπτεία του Πρωτοδικείου, διευθύνοντα το Εφετείο στο οποίο υπάγεται το κατά τόπον Πρωτοδικείο.
Κλείνοντας, πρέπει ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών, ευθύς ως εκδοθεί η δικαστική απόφαση, να παραγγέλλει: εάν απορρίπτεται η αίτηση, την άμεση έξοδο του ασθενούς· εάν δε γίνεται δεκτή, να αποστέλλει αντίγραφο αυτής στη Μονάδα Ψυχικής Υγείας όπου νοσηλεύεται ο ασθενής.
Βλ. Παραγγελία Εισαγγελέα ΑΠ 1421/2004, Ποινική Δικαιοσύνη 12/2004.
Εν κατακλείδι, η ακούσια νοσηλεία εντάσσεται σε ένα πολυδιάστατο νομικό καθεστώς, όπου συγκρούονται η προστασία της δημόσιας υγείας και η θεμελιώδης εγγύηση της προσωπικής ελευθερίας. Το ελληνικό δίκαιο, ιδίως διά των διατάξεων του ν. 2071/1992 και των μεταγενεστέρων τροποποιήσεων, κατοχυρώνει αυστηρές διαδικαστικές εγγυήσεις, περιλαμβανομένης της υποχρεωτικής εισαγγελικής εποπτείας και της περιοδικής δικαστικής επανεξέτασης, με σκοπό την εξασφάλιση της συνταγματικής νομιμότητας και της αναλογικότητας της περιοριστικής παρέμβασης.
Δύναται να νοηθεί ως περιορισμένη και ελεγχόμενη μέθοδος παρέμβασης, υπαγόμενη σε αρχές αναλογικότητας, με έμφαση στον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της αυτοδιάθεσης. Η ως άνω νομική ανάλυση καταδεικνύει ότι η θεσμική επόπτευση, η δικαστική επίβλεψη και η επιστημονική τεκμηρίωση των πράξεων εισαγωγής συνιστούν κρίσιμους μηχανισμούς για την προστασία των δικαιωμάτων του ατόμου, επιβεβαιώνοντας τη θεμελίωση της ακούσιας νοσηλείας εντός του κράτους δικαίου.
Βιβλιογραφία:
- Ανωτάτο Ποινικό Δικαστήριο, ΑΠ 1421/2004, Παραγγελία Εισαγγελέα, Ποινική Δικαιοσύνη 12/2004.
- Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Νομολογία σχετικά με την εφαρμογή του ν. 2071/1992 ως προς την ακούσια νοσηλεία.
- Νόμος 2071/1992.
- Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Άρθρο 781.
- Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων, Άρθρο 19 παρ. 1.
- Μπιλανάκης, Νίκος, Ακούσια νοσηλεία ψυχικά ασθενών: Ιατρικά και νομικά ζητήματα στην εφαρμογή του ν. 2071/92, Άρτα, Βήτα Ιατρικές Εκδόσεις, 2011.
- Κοσμάτος, Κώστας – Σακκουλάς, Αντ. Ν., Η ακούσια νοσηλεία σε μονάδα ψυχικής υγείας, 2002.

Απάντηση