Μάριος Γκότσης, Φοιτητής Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Η πρόσφατη ομιλία του Έλληνα Πρωθυπουργού από το βήμα της 80ής Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ έφερε ξανά στο προσκήνιο το τουρκικό casus belli, το οποίο ανέκαθεν έχει απασχολήσει τη διεθνή επικαιρότητα.
Τι είναι το casus belli (αιτία πολέμου); Σύμφωνα με τους σύγχρονους διεθνολόγους, αποτελεί την αιτιολογία που επικαλείται ένα κράτος για τη χρήση βίας, ανεξαρτήτως της νομιμότητάς της. Όταν η πολιτική εξουσία ενός κράτους, δηλαδή, ψηφίζει ένα casus belli, σημαίνει ότι η αιτία (casus) είναι τόσο σημαντική για τα συμφέροντά του, που απειλεί ή προειδοποιεί πως θα ασκήσει βία για την ανατροπή της.
Στην περίπτωση της Τουρκίας, ο τόσο σημαντικός λόγος που αποτελεί αιτία πολέμου είναι η επέκταση των χωρικών υδάτων της χώρας μας στο Αιγαίο από 6 σε 12 ναυτικά μίλια. Επρόκειτο για ένα κυριαρχικό δικαίωμα της Ελλάδας, που ρητά ορίζει το άρθρο 3 της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).
Ανεξαρτήτως όμως της αιτίας για την οποία ψηφίστηκε το casus belli, πρέπει να επισημανθεί πως σε κάθε περίπτωση η τακτική αυτή είναι παράνομη σύμφωνα με το σύγχρονο διεθνές δίκαιο. Αποτελεί προφανή παραβίαση της απαγόρευσης της χρήσης και απειλής βίας του άρθρου 2 παράγραφος 4 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών (στον οποίο συμμετέχει και η Τουρκία), όπως και ξεκάθαρη παραβίαση της 3ης παραγράφου του ίδιου άρθρου, που ωθεί τα κράτη να λύνουν τις διαφορές τους με ειρηνικά μέσα, έτσι ώστε να μην τίθεται σε κίνδυνο η ειρήνη.
Σε αυτόν τον προσανατολισμό κατευθύνθηκαν και οι διεθνείς αντιδράσεις στην ενέργεια της Τουρκίας, τόσο από την Ελλάδα (μέσω επιστολών και διαμαρτυριών στον ΟΗΕ) και την ΕΕ (με ψήφισμα του 1996), όσο και από τη συντριπτική πλειονότητα των διεθνολόγων (Cassese, Shaw, Ρουκούνας και άλλοι), που καταδίκασαν την τουρκική ενέργεια. Ορισμένοι διεθνολόγοι έδωσαν μορφή προειδοποιητικής πολιτικής διακήρυξης στο ψήφισμα δίχως νομική δεσμευτικότητα, θέση όμως που δεν επικράτησε.
Όσον αφορά το casus αυτό καθ’ εαυτό, το τουρκικό ψήφισμα πάσχει ως προς τη (από άποψη διεθνούς δικαίου) νομιμότητα της ουσίας του. Το γεγονός πως η Τουρκία δεν συμμετέχει στην UNCLOS, η οποία ανοίγει τον δρόμο σε όλα τα παράκτια κράτη να έχουν χωρικά ύδατα έως 12 ναυτικά μίλια, δεν τη δικαιολογεί να προβάλλει οποιαδήποτε διαφωνία. Ναι μεν βάσει της θεμελιώδους αρχής της σχετικότητας των διεθνών συνθηκών, αυτές δεν λειτουργούν ούτε εις βάρος ούτε υπέρ τρίτων, ωστόσο τόσο ο μεγάλος αριθμός (168) των συμβαλλόμενων σε αυτή μερών, όσο και οι αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης και η Διεθνής Επιτροπή Δικαίου του ΟΗΕ (ILC) οδηγούν ευλόγως στο συμπέρασμα πως η Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας αποκρυσταλλώνει διεθνείς εθιμικούς κανόνες, δηλαδή την ομοιόμορφη και μακροχρόνια διεθνή πρακτική των κρατών που ανταποκρίνεται στο opinio juris τους, την πεποίθηση πως βασίζονται στο δίκαιο. Σύμφωνα με το άρθρο 38 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, το εθιμικό δίκαιο αποτελεί πηγή του διεθνούς δικαίου, άρα η Τουρκία δεν έχει νομική βάση στην απαίτησή της η Ελλάδα να μην ασκήσει δικαιώματα που εκπορεύονται από αυτό. Τυχόν εγκλήσεις Τούρκων διεθνολόγων για ξεχωριστή αντιμετώπιση του Αιγαίου ως ιδιόμορφη περιοχή και εξαίρεσή του από τις διεθνείς συνθήκες και τους εθιμικούς κανόνες δεν έχουν βρει σοβαρό αντίκτυπο.
Συνεπώς, τόσο η ύπαρξη του ίδιου του casus belli όσο και η δικαιολογητική του βάση δεν ανταποκρίνονται, κατά τη συντριπτικά κρατούσα άποψη, στη νομιμότητα που πηγάζει από το διεθνές δίκαιο.
Υπάρχει περίπτωση λύσης (πέρα από την ανάκληση του casus belli); Το άρθρο 36 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης επιτρέπει στα κράτη να ζητούν από το Δικαστήριο την απόφανσή του σε διαφορές, με απαραίτητη προϋπόθεση τη βούληση των διαδίκων κρατών. Είναι κάτι που η τουρκική πλευρά (για πολιτικούς λόγους) έχει επανειλημμένως απορρίψει για την επίλυση του θέματος της επέκτασης των χωρικών υδάτων της Ελλάδας.

Απάντηση