Γκόγκα Μαρία
Φοιτήτρια της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Ως διοικητική πράξη ορίζεται η δήλωση της βούλησης του διοικητικού οργάνου που γίνεται σύμφωνα με ορισμένη διαδικασία ή και χωρίς αυτήν με την οποία θεσπίζεται μονομερώς κανόνας δικαίου . Η θέσπιση της πράξης αυτής ,που απολαύει τόσο το τεκμήριο νομιμότητας όσο και την εκτελεστότητα , γίνεται κατ’ ενάσκηση δημόσιας εξουσίας εξυπηρετώντας δημόσιο σκοπό.
Αναλυτικότερα, οι διοικητικές πράξεις αποκτούν ,κατά κανόνα, ισχύ από την στιγμή της έκδοσης τους και την διατηρούν μέχρι την τροποποίηση τους , την κατάργηση σε ορισμένες περιπτώσεις ή την ανάκληση τους. Όσον αφορά την ανάκληση των διοικητικών πράξεων, οι γενικές αρχές που την διέπουν συνίστανται στην αρχή της νομιμότητας που διέπει εν γένει την δράση της δημόσιας διοίκησης , στην αρχή της ασφάλειας δικαίου και στην αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης της χρηστής διοίκησης , που απαιτούν αφενός την ανάκληση οποιασδήποτε παράνομης διοικητικής πράξης και αφετέρου την διατήρηση της ισχύος της επωφελούς για τον καλόπιστο διοικούμενο πράξης (ΣτΕ 1139/2020 , ΤΝΠ QUALEX).Συνεπώς, παρατηρείται ότι οι διοικητικές πράξεις δύνανται να διακριθούν σε νόμιμες και παράνομες.
Ως προς τις νόμιμες διοικητικές πράξεις , οι επωφελείς συστατικές ή διαπιστωτικές διοικητικές πράξεις από τις οποίες ο διοικούμενος αποκτάει δικαιώματα (με την έννοια ότι αποκτάει μια γενική ωφέλεια που αντλείται από νομικές και πραγματικές περιστάσεις ,και η τυχόν ανάκληση της πράξης θα ήταν αντίθετη προς την ασφάλεια δικαίου και την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης της χρηστής διοίκησης) δεν ανακαλούνται ακόμα και αν μεταγενέστερα λάβει χώρα διαφορετική εκτίμηση των δεδομένων. Όμως , η ανάκληση νόμιμων διοικητικών πράξεων επιτρέπεται για λόγους αντίθεσης στο δημόσιο συμφέρον ακόμα και αν οι διοικούμενοι απέκτησαν δικαιώματα από τις εκάστοτε πράξεις ή αν έχει παρέλθει μακρύ χρονικό διάστημα από την έκδοση τους. Η αντίθεση προς το δημόσιο συμφέρον αιτιολογείται ειδικά όπως ακριβώς συμβαίνει στις πράξεις που προάγουν ένα επαχθές για τον διοικούμενο μέτρο ( άρθρο 17 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας). Η κρίση της Διοίκησης για το αν και κατά πόσο συντρέχει αντίθεση στο δημόσιο συμφέρον ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Επίσης, επιτρέπεται ανάκληση της νόμιμης διοικητικής πράξης αν ο διοικούμενος δεν συμφωνεί ή δεν συμμορφώνεται προς τους όρους από τους οποίους εξαρτά την ισχύ της η διοικητική πράξη ή αν έπαυσαν να ισχύουν οι προϋποθέσεις που υπήρχαν και βάσει των οποίων εκδόθηκε η διοικητική πράξη ή αν πέρασε άπρακτη η προθεσμία , στο πλαίσιο της οποίας έπρεπε ο διοικούμενος να προβεί σε ενέργεια και δεν προέβη, ή αν δεν τηρηθούν οι προϋποθέσεις που ορίζουν οι σχετικές διατάξεις και η παραβίαση των οποίων συνιστά αντίθεση στο δημόσιο συμφέρον ( ΣτΕ 1572/1983). Από την άλλη, επιτρέπεται ελεύθερα η ανάκληση ατομικών διοικητικών πράξεων, οι οποίες όμως δεν φέρουν δικαιώματα των διοικουμένων , καθώς και πράξεων στις οποίες υπάρχει η επιφύλαξη ανάκληση τους είτε η επιφύλαξη διατυπώνεται ρητά είτε σιωπηρά αν προκύπτει από τις σχετικές διατάξεις.
Παράλληλη , ως προς τις παράνομες διοικητικές πράξεις , η ανάκληση τους επιτρέπεται ακόμα και αν η πράξη έχει χαρακτηρισθεί ως οριστική ή ανέκκλητη , ακόμα κι αν έχουν διαρρεύσει δικαιώματα από αυτήν την πράξη ,εφόσον η ανάκληση πραγματοποιηθεί μέσα σε ένα εύλογο χρονικό διάστημα από την έκδοση τους. Ο εύλογος χρόνος κρίνεται από το δικαστήριο και δεν μπορεί να είναι λιγότερος από πέντε έτη από την έκδοση της πράξης , εκτός αν υπάρχει αντίθετη ειδική διάταξη ( ΑΝ 261/1968, ΣτΕ 3424/1988). Επιτρέπεται ανεξαρτήτως χρονικού περιορισμού, η ανάκληση παράνομης δυσμενούς ατομικής διοικητικής πράξης προς όφελος του διοικούμενου και η ανάκληση ατομικής διοικητικής πράξης όπου το διοικητικό όργανο παρασύρθηκε στην έκδοση της από απατηλή ενέργεια του διοικούμενου που ωφελείται από την πράξη ,ή υπάρχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος, ή η πράξη προσκρούει στη δημόσια τάξη, ή η ανάκληση γίνεται για λόγους συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο απόφασης του ΣτΕ ή διοικητικού δικαστηρίου (ΣτΕ 4090/1987).
Συνεπώς, η ανάκληση νόμιμης διοικητικής πράξης ενεργεί κατ’ αρχήν από την στιγμή έκδοσης της χωρίς να επιτρέπεται η αναδρομική ανάκληση (ex-nunc) .Ενώ , η ανάκληση παράνομων διοικητικών πράξεων τις εξαφανίζει εξ ‘υπαρχής και ανατρέχει στον χρόνο έκδοση τους , αποκαθιστώντας την νομική κατάσταση που υπήρχε πριν την έκδοση της ανακληθείσας πράξης (ex-tunc).
Με την προαναφερθείσα προσέγγιση, γίνεται δεκτό ότι οι γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου που ρυθμίζουν την ανάκληση των διοικητικών πράξεων έγκεινται στην εξυπηρέτηση και την διατήρηση της ασφάλειας δικαίου , στην εύρυθμη και χρηστή λειτουργία της δημόσιας διοίκησης που αποτελούν εκφάνσεις της αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου όπως συνταγματικά ορίζεται στο άρθρο 25 του ελληνικού Συντάγματος. Μέσα από την διαδικασία της ανάκλησης , η διοικητική πράξη που εκδόθηκε αρχικά με την δήλωση της βούλησης του διοικητικού οργάνου, αίρεται και τροποποιείται προάγοντας τον δημόσιο σκοπό.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
- ΕΓΧΕΡΙΔΙΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ,ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ Π. ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ,ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Θ. ΚΟΝΔΥΛΗΣ , ΤΟΜΟΣ 1 ,16Η ΕΚΔΟΣΗ ,ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
- ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΦΙΛΙΠΠΟΣ Κ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ,Β’ ΕΚΔΟΣΗ,ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΚΚΟΥΛΑ
- ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ (Ν.2690/1999), ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΓΓΡΑΦΑ (Π.Δ. 28/2015),ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΟΝ Ν.5143/2024 (ΦΕΚ Α’ 161/11.10.2024),ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΚΚΟΥΛΑ
- ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ,2019,ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΚΚΟΥΛΑ
- ΣτΕ 1139/2020 , ΤΝΠ QUALEX
- ΣτΕ 4090/1987
- ΣτΕ 1572/1983
- ΑΝ 261/1968, ΣτΕ 3424/1988

Απάντηση