Γεράσιμος Έξαρχος, Δευτεροετής Φοιτητής Νομικής, Sorbonne Paris XIII και Κλασικής Φιλολογίας ΕΚΠΑ

«Τέχνη αποτελεί κάθε έργο, που αποβλέπει στην αισθητικής φύσεως επικοινωνία με το κοινό και εντάσσεται, κατά την σχετική περί αυτού κρίση των ειδικών, σε ορισμένο καλλιτεχνικό είδος».

-Κωστάρα, Ελευθερία της τέχνης, σελ. 417

Κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του Συντάγματος, η τέχνη νοείται ως πάσα μορφή δημιουργικής εκφάνσεως της ανθρώπινης φαντασίας και πνευματικότητας. Η ουσία της δεν δύναται να υπαχθεί, ούτε γενικώς ούτε ειδικώς, σε κρατικό προσδιορισμό ή χαρακτηρισμό, καθόσον η φύση της αντιτίθεται σε πάσα μορφή θεσμικής τυποποιήσεως. Άλλωστε, ειδοποιό γνώρισμα της τέχνης αποτελεί η πολυσημία αυτής, ήτοι η απειρία των δυνατών ερμηνειών και σημασιολογικών αποχρώσεων που αναφύονται εκάστοτε εντός του έργου. Ειδικότερα, το έργο της Marina Abramović, όπου η σωματικότητα και η παρουσία εκτίθενται σε οριακές, βίαιες σχέσεις με το κοινό, αποτελεί τομή που προσκρούει στην ίδια την έννοια του δικαίου και της ηθικής και καλεί σε μια θεμελιακή νομική θεώρηση.

Στην παρούσα ανάλυση επιχειρείται μια νομοθετική και φιλοσοφική διερεύνηση των ορίων της τέχνης, εδραιωμένη στην εναλλαγή και τη σύνθεση τριών επιφανών νομικών θεωριών, ήγουν του φυσικού δικαίου (ius naturale), του νομικού θετικισμού (legal positivism) και της φιλοσοφίας δικαίου της ελευθερίας (philosophy of freedom).

Το φυσικό δίκαιο, εμβαθύνοντας στη γενεσιουργό αρχή της νομικής ορθότητας, προτάσσει την ιδέα ότι το δίκαιο πρέπει να προσανατολίζεται σε υπερνομικές, αέναες και αντικειμενικές ηθικές αρχές, που απορρέουν από τη φύση του ανθρώπου και της κοινωνίας. Υπό το ανωτέρω πρίσμα, η τέχνη της Abramović, εκθέτοντας το σώμα της σε ενδεχόμενη σωματική και ψυχική βλάβη, εγείρει πλείστα ερωτήματα για το πώς ερμηνεύεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια ως θεμέλιο της νομικής προστασίας. Ο Finnis, εκπρόσωπος της σύγχρονης θεωρίας του φυσικού δικαίου, υποστηρίζει πως η προστασία του «καλού» της ανθρώπινης φύσης επιβάλλει περιορισμούς, όταν η πρακτική υπονομεύει τη βασική ανθρώπινη αξία. Συγκεράζοντας την έννομη τάξη, συμφώνως ως προς το Άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, η Πολιτεία υπέχει θεμελιώδη και αμετακλήτως πρωταρχική υποχρέωση να σέβεται και να προστατεύει την αξία του ανθρώπου. Η αρχή αυτή συνιστά υπέρτατο κριτήριο για την άσκηση κάθε δημόσιας εξουσίας και για τη διαμόρφωση του νομοθετικού και διοικητικού έργου, καθιστώντας την ανθρώπινη αξιοπρέπεια ακρογωνιαίο θεμέλιο του Συντάγματος.

Η Marina Abramović είχε επισημάνει «Αυτό που έμαθα από αυτό, είναι ότι αν αφήσεις το κοινό, μπορούν να σας σκοτώσουν. Ένιωσα πραγματικά ότι παραβιαζόμουν. Μου έκοψαν τα ρούχα, κόλλησαν αγκάθια τριαντάφυλλου στο στομάχι μου, ένα άτομο είχε το όπλο στραμμένο στο κεφάλι μου και κάποιος άλλος του το πήρε. Δημιουργήθηκε μια επιθετική ατμόσφαιρα. Μετά από έξι ώρες ακριβώς, όπως είχε προγραμματιστεί, σηκώθηκα και άρχισα να περπατώ ανάμεσα στο κοινό. Όλοι έτρεχαν μακριά, για να ξεφύγουν από μια πραγματική αντιμετώπιση.»

I. Πρωτεύοντες, δευτερεύοντες και έννομες συνέπειες υπό το πρίσμα του νομικού θετικισμού

Κατά το Άρθρο 5 παρ. 1 του Ελληνικού Συντάγματος, κάθε πρόσωπο απολαμβάνει το θεμελιώδες δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του, καθώς και να συμμετέχει ενεργά στη κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας. Η άσκηση αυτού του δικαιώματος υπόκειται στον περιορισμό που επιβάλλεται από την ανάγκη σεβασμού των δικαιωμάτων των τρίτων, της Συνταγματικής τάξης και των γενικά παραδεκτών αρχών της ηθικής (χρηστά ήθη). Η ελευθερία αυτή συνιστά θεμέλιο του ατόμου και του δημοκρατικού κράτους δικαίου, διασφαλίζοντας την αρμονική συνύπαρξη ατομικών ελευθεριών και κοινωνικής τάξης.

Οι εκπρόσωποι του νομικού θετικιστικού ρεύματος ενστερνίζονται ότι η ισχύς του δικαίου απορρέει αποκλειστικά από το γεγονός της θέσπισής του, ήτοι από την αντικειμενική πραγματικότητα των περιστατικών που συνεπάγονται ότι το δίκαιο έχει ήδη τεθεί, χωρίς απαραίτητη αναφορά σε ηθικές ή υπερπροσωπικές αρχές.

Εν προκειμένω, τα νομικά όρια της τέχνης συσχετίζονται αποκλειστικά με τη νομική ισχύ των κανόνων, ανεξαρτήτως των ηθικών προεκτάσεων. Το έργο της Abramović ελέγχεται με κριτήριο το εάν παραβιάζει συγκεκριμένους νόμους περί σωματικής βλάβης, δημόσιας τάξης ή αναγνωρισμένων δικαιωμάτων τρίτων.

Διακρίνεται, κατ’ αρχήν, ο πρωτεύων κανόνας δικαίου, ο οποίος εκφράζεται είτε ως αυστηρή προσταγή είτε ως καθαρή προτροπή, και ο δευτερεύων κανόνας δικαίου, ο οποίος, χωρίς να περιγράφει εμπειρικά γεγονότα, υπαγορεύει τι θεωρείται εφαρμοστέο δίκαιο κατ’ εφαρμογήν των σιωπηρώς θεσπιζόμενων πρωτευόντων κανόνων. Ο δευτερεύων κανόνας αναλύεται σε δύο συνιστώσες: το πραγματικό και την έννομη συνέπεια. Στην πρώτη περιλαμβάνονται: (1) τα εξωτερικά γεγονότα, τα οποία συνιστούν απλά, κατ’ αρχήν, δεδομένα, όπως γέννηση, φύλο ή αντικείμενο, και διαπιστώνονται μέσω παρατήρησης (πραγματικές προϋποθέσεις), (2) οι όροι που αφορούν ανθρώπινα ενεργήματα, τα οποία, πέραν της διαπίστωσης γεγονότων, συνεπάγονται και ερμηνείες ψυχικών καταστάσεων, όπως η αμέλεια ή η σύναψη σύμβασης (πρακτικές προϋποθέσεις), και (3) οι αξιολογήσεις γεγονότων ή πράξεων, όπως η έννοια του ξένου πράγματος στην κλοπή, οι όροι για την παροχή διαζυγίου ή η έννοια του «άσεμνου», όπου ο δικαστής προβαίνει σε αξιολογική εκτίμηση των επίδικων στοιχείων (ποιοτικές προϋποθέσεις). Η έννομη συνέπεια μπορεί να είναι είτε εκ προθέσεως, όπως στις δικαιοπραξίες, είτε ανεπιθύμητη, όπως η επιβολή ποινής, και διακρίνεται σε αρνητική ή θετική.

Από αυτή την οπτική, η τέχνη που εμπίπτει εντός του συστήματος αναγνώρισης, ακόμη και αν προσεγγίζει τα όρια της ανοχής, δεν μπορεί να καταγγελθεί παρά μόνο εφόσον παραβιάζει το θεσπισμένο δίκαιο. Η τεχνική αυστηρότητα του θετικισμού διασφαλίζει τη νομιμότητα και την ασφάλεια δικαίου, αλλά αδυνατεί να καλύψει τις μεταβαλλόμενες κοινωνικές ανάγκες και την εξελικτική διάσταση της ελευθερίας στην τέχνη

Δίδοντας μνεία στο Άρθρο 362 –1 ΠΚ η πράξη δεν τιμωρείται όταν η αλήθεια των γεγονότων που αναφέρονται μπορεί να αποδειχθεί, πλην των περιπτώσεων όπου η αποκάλυψη αφορά μόνο  τον ιδιωτικό βίο τρίτων και δεν θίγει το δημόσιο συμφέρον. Σε τέτοιες εξαιρετικές περιπτώσεις, η ποινική ευθύνη μπορεί να ανακύψει, εφόσον η προστασία του δημόσιου συμφέροντος υπερτερεί της επικαλούμενης ελευθερίας της έκφρασης ή της αλήθειας των γεγονότων.

Τέλος, πρέπει να δωθεί ιδιαίτερη έμφαση στο Άρθρο 367 ΠΚ, καθόσον δεν συνιστούν άδικη πράξη οι δυσμενείς κρίσεις που διατυπώνονται επί επιστημονικών, καλλιτεχνικών ή επαγγελματικών έργων, στο πλαίσιο της ελεύθερης αξιολόγησης της εργασίας και της δημιουργικότητας.

II. Rights as Trumps και η τέχνη ως πεδίο κοινωνικής διαλεκτικής: από Dworkin έως Habermas

Η φιλοσοφία του δικαίου της ελευθερίας, όπως σταχυολογήθηκε από φιλοσόφους-νομικούς όπως οι Ronald Dworkin και Jürgen Habermas, αντιλήφθηκαν το δίκαιο ως πεδίο που καθιστά δυνατή την πραγμάτωση της ανθρώπινης ελευθερίας μέσω της επικοινωνιακής δράσης και της δημόσιας διαλεκτικής διαδικασίας.
Συγκεκριμένα, ο Dworkin, διαμορφώνοντας τη θεωρία των δικαιωμάτων ως «κύριων αξιών» (rights as trumps), επιχειρηματολογεί υπέρ της αναγνώρισης της ελευθερίας της τέχνης ως θεμελιώδους δικαιώματος, το οποίο δύναται να περιοριστεί αποκλειστικώς υπό προϋποθέσεις αιτιολογημένου και αναλογικού περιορισμού. Η εκφραστική και κοινωνικοκριτική διάσταση της τέχνης καθίσταται, υπό αυτή την οπτική, ουσιώδης για την προστασία της αυτογνωσίας και της δημόσιας λογοδοσίας.

Σύμφωνα με το επιστημονικό άρθρο του Jamal K. Greene, Αμερικανού καθηγητή Νομικής στη Νομική Σχολή Columbia University, δημοσιευμένο στο περιοδικό της Νομικής Σχολής του Harvard University, τα θεμελιώδη δικαιώματα προσλαμβάνουν χαρακτήρα ουσιωδώς απόλυτο, περιοριζόμενα μόνον υπό συνθήκες εξαιρετικής βαρύτητας και αυστηρής αιτιολογικής τεκμηρίωσης. Στο πλαίσιο αυτής της προσεγγίσεως, η έννοια των δικαιωμάτων ως trumps, κατά Dworkin, συγκροτεί μια υπεροχή των θεμελιωδών ελευθεριών έναντι άλλων συλλογικών αγαθών ή δημόσιων πολιτικών προτεραιοτήτων, εκτός εάν υφίστανται σαφείς, αναλογικοί και δικαιοπολιτικά θεμελιωμένοι περιορισμοί. Η θεωρητική αυτή στάση θεμελιώνει την αμετακίνητη προστασία της ατομικής αυτονομίας και της ελευθερίας έκφρασης, ιδιαιτέρως στη σφαίρα της καλλιτεχνικής δημιουργίας, όπως φαίνεται στην υπόθεση Masterpiece Cakeshop, όπου η διαλεκτική μεταξύ ατομικών δικαιωμάτων και δημοσίου συμφέροντος αναδεικνύεται ως ουσιώδης νομική και ηθική πρόκληση.

Α contrario, η ευρωπαϊκή και, κατ’ επέκταση, η διεθνής προσέγγιση, όπως διαμορφώνεται στο πλαίσιο των ανεπτυγμένων νομικών πολιτισμών, θεωρεί τα δικαιώματα εγγενώς προσδιορισμένα και εντός ενός πεδίου δυνατόν να υπερβαθούν υπό αυστηρές προϋποθέσεις, ενώ αναγνωρίζει την απόλυτη ισχύ τους μόνον σε ειδικές εξαιρετικές περιστάσεις. Η αξιολόγηση των περιορισμών διέπεται από μια εμπειρική και αναλογική μεθοδολογία, η οποία αποβλέπει στην εξισορρόπηση κοινωνικών και δημόσιων αγαθών, διασφαλίζοντας την αρμονική συνύπαρξη ατομικής ελευθερίας και συλλογικής τάξης. Στο πλαίσιο αυτό, η νομική ανάλυση συνδέεται αδιάρρηκτα με τη θεωρία της διαλεκτικής δημόσιας σφαίρας του Habermas, όπου η νομιμότητα και η δικαιοσύνη δεν είναι στατικά θεσμικά δεδομένα, αλλά αποτελούν προϊόντα συλλογικής επικοινωνιακής δράσης, δημόσιου διαλόγου και διαρκούς αναθεώρησης των ορίων της ατομικής και κοινωνικής ελευθερίας.

Παράλληλα, ο Habermas αναδεικνύει τη δημόσια σφαίρα ως τον χώρο όπου η διαλεκτική επικοινωνία και η συναίνεση θεμελιώνουν το νομικό πλαίσιο. Στο πλαίσιο αυτό, έργα όπως αυτά της Abramović λειτουργούν ως πεδία σύζευξης και ενδεχόμενης σύγκρουσης της ατομικής και συλλογικής εμπειρίας, επιτάσσοντας τη διαμόρφωση ρυθμίσεων που δεν περιορίζουν προκαταβολικά, αλλά διευκολύνουν την επαναλαμβανόμενη αναθεώρηση των ορίων μέσω δημόσιου διαλόγου. Στην οπτική του, το δίκαιο αποκτά δυναμικό χαρακτήρα, διαμορφούμενο μέσω διαλεκτικών διαδικασιών, και προάγει τη χειραφέτηση μέσω της κριτικής ικανότητας των πολιτών. 

Η διερεύνηση των ιστορικών όρων γένεσης και συγκρότησης της δημόσιας σφαίρας, όπως επιχειρείται από τον Habermas, αποσκοπεί στην αποκάλυψη των μηχανισμών «αποικιοποίησης» και βαθμιαίας παρακμής της μέσα στις συνθήκες της μεταπολεμικής μαζικής δημοκρατίας του 20ού αιώνα. Αναδεικνύεται προδήλως η κρίσιμη έννοια της δημόσιας χρήσης του Λόγου ως κατ’ εξοχήν εργαλείου κριτικής και κοινωνικής διαλεκτικής, η οποία όμως συρρικνώνεται υπό την πίεση θεσμικών και οικονομικών παραμέτρων που καθιστούν τη δημόσια σφαίρα όχημα επικοινωνιακής χειραγώγησης.

Διαπιστώνει την αναγκαιότητα ανάδυσης ενός μετα-αστικού ή, κατ’ άλλους όρους, μετα-δομικού μοντέλου δημόσιας σφαίρας, το οποίο θα διαφυλάσσει τον κριτικό και θεσμικό χαρακτήρα της δημόσιας χρήσης του Λόγου, προωθώντας τη διαρκή αυτοαναστοχαστική λειτουργία της κοινωνίας των πολιτών. Παρά την αναγνώριση αυτής της αναγκαιότητας, η θεωρητική του προσέγγιση δεν καταφέρνει ούτε να αναπτύξει συστηματικά αυτό το μετα-αστικό υπόδειγμα ούτε να επερωτήσει με κριτική οξυδέρκεια τις εγγενείς προβληματικές όψεις του ιστορικού μοντέλου της αστικής δημόσιας σφαίρας.

Αντιθέτως, ο Dworkin υπογραμμίζει ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως η ελευθερία της τέχνης, επέχουν προνομιακή θέση και επιδέχονται περιορισμό μόνο υπό την ύπαρξη αιτιολογημένων και αναλογικών λόγων, αναγνωρίζοντας στην εκφραστική διάσταση της τέχνης έναν καθοριστικό ρόλο στην κοινωνική κριτική και στη διαμόρφωση της ηθικοπολιτικής συνείδησης.

Συνεπώς, η αυστηρή διάκριση μεταξύ περιγραφής του δικαίου και αξιολόγησής του, δηλαδή ανάμεσα σε μια «εννοιολογική/περιγραφική» και μια «κανονιστική/ηθική θεωρία του δικαίου», δεν δύναται να σταθεί. Αντιθέτως, η αντίστιξη που προτάσσει ο νομικός θετικισμός, μεταξύ του τι ισχύει ως δίκαιο και του τι θα έπρεπε να είναι δίκαιο, ή της «ηθικής ορθότητας» του δικαίου, στο σύστημα του Dworkin καταρρέει, καθώς συγχέει την αναφορά (reference) στον νόμο με την ερμηνεία του (interpretation). Το δίκαιο, κατά Dworkin, συνιστά πρωτίστως ζήτημα ερμηνείας, γεγονός που σημαίνει ότι η νομική επιχειρηματολογία δεν περιορίζεται στην αναζήτηση προδιαγεγραμμένων σημασιών, αλλά συνιστά αντανάκλαση της βαθύτερης δυνατής ηθικοπολιτικής στοχαστικότητας για τον καθορισμό του τι συνιστά δίκαιο.

Με γνώμονα τα ως άνω, στη νομολογία έχει παρατηρηθεί η έμμεση τριτενέργεια, κατά την οποία, η τελική έκβαση κρίθηκε με βάση μια in concreto στάθμιση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων(ΜΠρΘεσ 5506/2015, ΝΟΜΟΣ). Είναι σαφές ότι η έννοια της στάθμισης δεν πρέπει να εκληφθεί ως αντιμετώπιση του συνταγματικού κειμένου ως απλού αθροίσματος αλληλοαναιρούμενων διατάξεων. Αντιθέτως, η στάθμιση συνιστά μια προσπάθεια ουσιαστικής πρακτικής εναρμόνισης των συγκρουόμενων δικαιωμάτων και συνταγματικών ελευθεριών, με απώτερο σκοπό την επίτευξη της κατά το δυνατόν βέλτιστης πρακτικής εφαρμογής του Συντάγματος στο σύνολό του.

III. Αντί επιλόγου

Η νομική θεωρία οφείλει να κατανοήσει τα νομικά όρια της τέχνης όχι ως στατικές και απόλυτες απαγορεύσεις, αλλά ως εκδηλώσεις μιας ευμετάβλητης σχέσης μεταξύ ελευθερίας και ασφάλειας δικαίου, ατομικής αυτονομίας και δημόσιας τάξης.
Η Abramović, με το έργο της Rhythm 0, 1974, αποτελεί όχι μόνο καλλιτεχνικό φαινόμενο, αλλά και ένα αμάλγαμα, ένα σημείο σύγκλισης κομβικών νομικών και κοινωνιολογικών προβληματιμών: Πώς το δίκαιο συγκροτείται και αυτοπροσδιορίζεται μπροστά στο απρόβλεπτο, το ακραίο, το όριο; Με ποιον τρόπο μετασχηματίζει το αυστηρά νόμιμο σε δίκαιο, μέσα από τον αέναο διάλογο με τις καλλιτεχνικές εκφράσεις που υπονομεύουν, αναδομούν και επαναπροσδιορίζουν τις θεμελιώδεις έννοιες της δικαιοσύνης;

Το πρόταγμα της ελευθερίας στην τέχνη, όπως εκφράζεται από την Abramović, αναδεικνύει την αναγκαιότητα ενός de jure έννομου πλαισίου που να υπερβαίνει τις μονομερείς θεωρήσεις και να αποδέχεται την πολυπλοκότητα και την ιστορικότητα των ορίων. Το δίκαιο δεν είναι απλώς ένας κανόνας δικαίου, αλλά ένας ζωντανός, διαρκώς και αδιαλείπτως εξελισσομενος οργανισμός, που διαμορφώνει και διαμορφώνεται από την ανθρώπινη έκφραση και τον κοινωνικό ιστό.

Ξενόγλωσση βιβλιογραφία

Dworkin, R. (n.d.). Rights as trumps. Columbia Law School.https://scholarship.law.columbia.edu/faculty_scholarship/3925/

Finnis, J. (1980). Natural law and natural rights. Oxford: Clarendon Press.

Habermas, J. (1962). The structural transformation of the public sphere: An inquiry into a category of bourgeois society (T. Burger & F. Lawrence, Trans., 1989). Cambridge, MA: MIT Press.

Greene, J. K. (2019). Rights as trumps? Harvard Law Review, 132. https://harvardlawreview.org/print/vol-132/rights-as-trumps/

Ελληνική βιβλιογραφία

Δαγτόγλου, Π. (2012). Συνταγματικό Δίκαιο – Ατομικά Δικαιώματα (4η έκδ.). Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας.

Χρυσόγονος, Κ. (2023). Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα (5η έκδ.). Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας.

Μυλωνόπουλος, Χ. (2007). Ποινικό Δίκαιο – Γενικό Μέρος Ι. Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας.

Κωστάρα, Ελευθερία της τέχνης, σελ. 417

Νομολογία / Νομοθεσία

Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. (2015). Απόφαση 5506/2015. ΝΟΜΟΣ.

Σύνταγμα της Ελλάδας. Άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 16 παρ. 1.Ποινικός Κώδικας (ΠΚ). Άρθρα 362–1, 367.

Απάντηση

ΑΠΟΦΘΕΓΜΑ

«Η δικαιοσύνη δε θα ‘ρθει μοναχή της, δεν έχει πόδια. Εμείς θα τη σηκώσουμε στους ώμους μας και θα τη φέρουμε»

~ Νίκος Καζαντζάκης

Discover more from Nomikoi Dialogoi

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading

Discover more from Nomikoi Dialogoi

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading