Νάσια Κακαβά, Φοιτήτρια Νομικής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης

 Η ταχεία εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ) έχει οδηγήσει στην είσοδό της σε τομείς όπου παραδοσιακά κυριαρχεί η ανθρώπινη κρίση, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την ποινική δικαιοσύνη. Η χρήση αλγοριθμικών συστημάτων για την επεξεργασία δεδομένων, την εκτίμηση επικινδυνότητας ή την υποβοήθηση δικαστικών αποφάσεων δημιουργεί εύλογα ερωτήματα σχετικά με την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και τις εγγυήσεις του κράτους δικαίου.

 Η ποινική δικαιοσύνη δεν συνιστά μια ουδέτερη, τεχνική διαδικασία. Αντίθετα, προϋποθέτει αξιολογικές κρίσεις, εξατομίκευση της ποινικής ευθύνης και συνεκτίμηση των ιδιαίτερων συνθηκών κάθε υπόθεσης. Η μηχανική επεξεργασία δεδομένων, όσο εξελιγμένη και αν είναι, αδυνατεί να αναπαράγει πλήρως αυτή τη σύνθετη στάθμιση.

 Στο πλαίσιο αυτό, συστήματα προγνωστικής αστυνόμευσης (predictive policing) και εργαλεία αξιολόγησης κινδύνου (risk assessment tools) έχουν ήδη εφαρμοστεί σε διάφορες έννομες τάξεις, ιδίως στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και σε ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη. Στις ΗΠΑ, το εργαλείο COMPAS χρησιμοποιείται για την πρόβλεψη της πιθανότητας υποτροπής, επηρεάζοντας αποφάσεις που αφορούν την προφυλάκιση ή την αναστολή εκτέλεσης ποινών. Ωστόσο, η χρήση του έχει δεχθεί έντονη κριτική, καθώς έρευνες έχουν αναδείξει φαινόμενα αλγοριθμικής μεροληψίας, ιδίως εις βάρος συγκεκριμένων κοινωνικών και φυλετικών ομάδων.

 Η ευρωπαϊκή προσέγγιση εμφανίζεται σαφώς πιο επιφυλακτική. Η θέσπιση του Κανονισμού για την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI Act) εισάγει αυστηρές απαιτήσεις διαφάνειας, λογοδοσίας και ανθρώπινης εποπτείας, ιδίως για συστήματα υψηλού κινδύνου, όπως εκείνα που χρησιμοποιούνται στον τομέα της δικαιοσύνης. Σκοπός του ευρωπαϊκού πλαισίου δεν είναι η απαγόρευση της τεχνολογίας, αλλά ο περιορισμός της χρήσης της σε πλαίσια συμβατά με τις θεμελιώδεις αρχές.

 Κεντρικό ζήτημα αποτελεί η διασφάλιση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 20 του Συντάγματος κατοχυρώνουν την πρόσβαση σε δικαστική προστασία και την υποχρέωση αιτιολόγησης των αποφάσεων. Όταν μια δικαστική κρίση βασίζεται, έστω και εν μέρει, σε αδιαφανή αλγοριθμικά μοντέλα, ο κατηγορούμενος δυσχεραίνεται να κατανοήσει και να αμφισβητήσει τα πραγματικά θεμέλια της απόφασης. Το γεγονός αυτό μπορεί να πλήξει τόσο την αρχή της ακρόασης όσο και το τεκμήριο αθωότητας.

 Παράλληλα, η αλγοριθμική προκατάληψη αποτελεί έναν από τους σοβαρότερους κινδύνους της χρήσης ΤΝ στην ποινική δικαιοσύνη. Τα συστήματα αυτά εκπαιδεύονται σε ιστορικά δεδομένα, τα οποία συχνά αντανακλούν υφιστάμενες κοινωνικές ανισότητες. Ως αποτέλεσμα, η αυτοματοποιημένη ανάλυση ενδέχεται να παγιώνει ή και να εντείνει διακρίσεις, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 του Συντάγματος και στο άρθρο 14 της ΕΣΔΑ.

 Στην ελληνική έννομη τάξη, η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στην ποινική διαδικασία δεν έχει ακόμη ρυθμιστεί νομοθετικά. Το γεγονός αυτό μπορεί να ιδωθεί όχι ως υστέρηση, αλλά ως ευκαιρία για προληπτική και συνεκτική ρύθμιση. Η συνταγματική κατοχύρωση της ανθρώπινης αξίας (άρθρο 2 Σ.) καθιστά σαφές ότι αποφάσεις που επηρεάζουν άμεσα την προσωπική ελευθερία δεν μπορούν να ανατίθενται σε αυτοματοποιημένα συστήματα χωρίς ουσιαστικό ανθρώπινο έλεγχο.

 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η χρήση της ΤΝ σε καθαρά υποστηρικτικό επίπεδο – όπως η ανάλυση νομολογίας, η οργάνωση φακέλων ή η επιτάχυνση διαδικαστικών σταδίων – μπορεί να θεωρηθεί συμβατή με τις συνταγματικές αρχές, εφόσον συνοδεύεται από πλήρη διαφάνεια και δυνατότητα ελέγχου.

 Η σύγκριση με την αμερικανική εμπειρία αναδεικνύει με σαφήνεια τους κινδύνους της άκριτης υιοθέτησης τεχνολογικών εργαλείων στον τομέα της ποινικής δικαιοσύνης. Η χρήση συστημάτων όπως το COMPAS ανέδειξε σοβαρά ζητήματα μεροληψίας, καθώς και την αδυναμία των κατηγορουμένων να αποκτήσουν πρόσβαση στη λογική και τα κριτήρια βάσει των οποίων παράγεται το αλγοριθμικό αποτέλεσμα. Η έλλειψη επαρκούς νομοθετικής ρύθμισης και ουσιαστικού ελέγχου συνέβαλε στη δημιουργία πρακτικών που έθεσαν σε δοκιμασία θεμελιώδη δικαιώματα.

 Αντίθετα, η ευρωπαϊκή αντίληψη, όπως αποτυπώνεται τόσο στον AI Act όσο και στα σχετικά κείμενα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης, στηρίζεται στην αρχή της ανθρώπινης εποπτείας. Η τεχνητή νοημοσύνη αντιμετωπίζεται ως εργαλείο υποστήριξης και όχι ως υποκατάστατο της δικαστικής κρίσης. Η έμφαση στη διαφάνεια, στη δυνατότητα ελέγχου και στη λογοδοσία των συστημάτων επιδιώκει να διασφαλίσει ότι η τεχνολογία δεν θα λειτουργήσει εις βάρος των δικαιωμάτων των διαδίκων.

 Χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της προσέγγισης αποτελούν οι πρακτικές ορισμένων ευρωπαϊκών κρατών. Στη Γερμανία και τη Γαλλία, η χρήση προγνωστικών αλγορίθμων για την επιμέτρηση ποινών αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα, ενώ τίθενται αυστηρά όρια ως προς τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η ΤΝ στη δικαστική διαδικασία. Παράλληλα, η απόφαση της Ολλανδίας να ακυρώσει σύστημα κοινωνικής επιτήρησης λόγω παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων καταδεικνύει τη σημασία του δικαστικού ελέγχου έναντι της τεχνολογικής καινοτομίας.

 Η ενδεχόμενη ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στην ποινική δικαιοσύνη προϋποθέτει, συνεπώς, τη διατήρηση της ανθρωποκεντρικής προσέγγισης. Οι αποφάσεις που επηρεάζουν άμεσα την προσωπική ελευθερία και την ποινική ευθύνη δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως απλά αριθμητικά ή στατιστικά προβλήματα. Η ανθρώπινη κρίση παραμένει αναντικατάστατη, ιδίως όταν απαιτείται στάθμιση αξιών και αξιολόγηση ιδιαίτερων περιστάσεων.

 Παρά ταύτα, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διαδραματίσει θετικό ρόλο, ιδίως σε βοηθητικά στάδια της ποινικής διαδικασίας. Η ανάλυση μεγάλου όγκου νομολογιακών δεδομένων, ο εντοπισμός επαναλαμβανόμενων μοτίβων και η επιτάχυνση της διαχείρισης υποθέσεων μπορούν να συμβάλουν στην αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης, υπό την προϋπόθεση ότι τα συστήματα αυτά λειτουργούν με διαφάνεια και υπό συνεχή ανθρώπινο έλεγχο.

 Η επιτυχία μιας τέτοιας ενσωμάτωσης εξαρτάται από την ύπαρξη σαφούς ρυθμιστικού πλαισίου, την πιστοποίηση και τον έλεγχο των αλγοριθμικών συστημάτων, καθώς και από την κατάλληλη εκπαίδευση των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών στη χρήση τους.

 Συμπερασματικά, η τεχνητή νοημοσύνη δύναται να αποτελέσει ένα χρήσιμο εργαλείο υποστήριξης της ποινικής δικαιοσύνης, μόνο όμως υπό αυστηρούς θεσμικούς και συνταγματικούς όρους. Η εμπειρία των Ηνωμένων Πολιτειών καταδεικνύει ότι η απουσία ρυθμιστικού πλαισίου ενέχει σοβαρούς κινδύνους για τα θεμελιώδη δικαιώματα, ενώ η ευρωπαϊκή προσέγγιση προσφέρει πρότυπα ασφαλούς ενσωμάτωσης, συμβατά με τις αρχές του κράτους δικαίου και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η ελληνική έννομη τάξη έχει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει την τεχνολογική πρόοδο με τρόπο που να ενισχύει, και όχι να υπονομεύει, την απονομή της δικαιοσύνης, διατηρώντας τον άνθρωπο στο επίκεντρο της διαδικασίας.

Απάντηση

ΑΠΟΦΘΕΓΜΑ

Salus populi suprema lex esto

~ Κικέρων, 106-43 π.Χ., Ρωμαίος ρήτορας & πολιτικός

Discover more from Nomikoi Dialogoi

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading

Discover more from Nomikoi Dialogoi

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading