Γεράσιμος Έξαρχος, Φοιτητής Νομικής – Sorbonne Paris XIII, Ιδρυτής του περιοδικού Νομικοί Διάλογοι
Η παρούσα μελέτη διενεργεί ακροθιγώς μια ανάλυση της νομιμότητας των κρατικών ενεργειών των Ηνωμένων Πολιτειών κατά της Βενεζουέλας, υπό το πρίσμα του θετικού διεθνούς δικαίου. Μέσω της συγκριτικής επισκόπησης της διεθνούς πρακτικής και της νομολογίας, με ιδιαίτερη μνεία στο προηγούμενο της στρατιωτικής επέμβασης στον Παναμά (1989), εξετάζεται η κανονιστική ένταση μεταξύ των μονομερών κυρώσεων και των επιτακτικών κανόνων του διεθνούς δικαίου (jus cogens). Η ανάλυση επικεντρώνεται, εν πολλοίς, στην παραβίαση της αρχής της μη επέμβασης και στην αποδυνάμωση της δεσμευτικότητας των διεθνών συνθηκών, εγείροντας ζητήματα διεθνούς ευθύνης και κατακερματισμού της διεθνούς έννομης τάξης.
I. Εισαγωγή: Η σύγκρουση κρατικής βούλησης και διεθνούς νομιμότητας
Η πρόσφατη αναπροσαρμογή της εξωτερικής δράσης των ΗΠΑ έναντι της Βενεζουέλας επαναφέρει στο προσκήνιο τη κομβική σχέση μεταξύ της κυριαρχικής βούλησης και του κανονιστικού πλαισίου του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου. Η υιοθέτηση πρακτικών που εμπίπτουν στην κατηγορία των μονομερών πράξεων θέτει ζήτημα συμβατότητας με το σύγχρονο συμβατικό και εθιμικό δίκαιο. Το ερευνητικό ζητούμενο αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό αυτών των ενεργειών και το κατά πόσον η επίκληση του εθνικού συμφέροντος δύναται να λειτουργήσει ως λόγος άρσης του αδίκου έναντι θεμελιωδών αρχών της διεθνούς κοινότητας.
II. Jus ad Bellum και η Αρχή της Μη Επέμβασης: Κανονιστικές προκλήσεις
Ο πυρήνας της διεθνούς νομιμότητας εδράζεται στο Άρθρο 2(4) του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών1, το οποίο καθιερώνει την απαγόρευση της απειλής ή χρήσης βίας. Η εφαρμογή ασφυκτικών οικονομικών μέτρων εγείρει σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με την Αρχή της Μη Επέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις κράτους (domaine réservé2).
Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (βλ. υπόθεση Military and Paramilitary Activities in and against Nicaragua, 19863), η αρχή της μη επέμβασης έχει αποκρυσταλλωθεί ως κανόνας εθιμικού διεθνούς δικαίου4, Ειδικότερα, βάσει της απόφασης, απαγορεύεται οιανδήποτε μορφή εξαναγκασμού (coercion) η οποία επηρεάζει ή προσκρούει στις ελεύθερες πολιτικές επιλογές ενός κυρίαρχου κράτους. Συναφώς, διευκρινίζεται ότι η έννοια της επέμβασης δεν περιορίζεται αποκλειστικά στη στρατιωτική βία, αλλά δύναται να λάβει και έμμεσες μορφές (π.χ. στήριξη ένοπλων ομάδων, οικονομική και πολιτική πίεση).
Υπό το πρίσμα μιας διασταλτικής ερμηνείας της ως άνω νομολογίας, η άσκηση οικονομικής πίεσης, όταν αποσκοπεί στον εξαναγκασμό κυρίαρχου κράτους και στην υπονόμευση της πολιτικής του ανεξαρτησίας, δύναται να στοιχειοθετήσει απαγορευμένη επέμβαση κατά παράβαση του εθιμικού διεθνούς δικαίου. Η νομική προβληματική έγκειται στην απόπειρα δημιουργίας μιας «κατάστασης εξαίρεσης», έλκουσας την καταγωγή της από την exceptio του ρωμαϊκού δικονομικού συστήματος, όπου η επίκληση της εθνικής ασφάλειας επιδιώκει να υπερκεράσει κανόνες αναγκαστικού δικαίου.
III. Συγκριτική δικαιική προσέγγιση: Το προηγούμενο του Παναμά και η υπεροχή του Διεθνούς Δικαίου
Η εξέταση της υπόθεσης της Βενεζουέλας καταδεικνύει τις αναλογίες με τη νομική επιχειρηματολογία που πλαισίωσε την επιχείρηση «Just Cause» στον Παναμά. Και στις δύο περιπτώσεις, παρατηρείται η τάση επίκλησης του εσωτερικού δικαίου προς δικαιολόγηση της μη εκπλήρωσης διεθνών υποχρεώσεων, πρακτική που προσκρούει ευθέως στο Άρθρο 27 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών (1969).5
Η προαναφερθείσα πρακτική, υπονομεύει την αρχή της ασφάλειας δικαίου και την ομοιόμορφη εφαρμογή των διεθνών κανόνων. Η μετατροπή του δικαίου σε εργαλείο πολιτικής επιβολής αλλοιώνει τη φύση του ως ρυθμιστή της διακρατικής συμπεριφοράς και εισάγει στοιχεία νομικής αβεβαιότητας, ωμής ισχύος και εκτροπής από τις διεθνείς σχέσεις.
IV. Κυριαρχική ισότητα και μόνιμη κυριαρχία επί των φυσικών πόρων
Η στρατηγική στόχευση των ενεργειακών πόρων της Βενεζουέλας πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα της αρχής της Κυριαρχικής Ισότητας των κρατών, όπως αυτή αποτυπώνεται στο Άρθρο 2(1) του Χάρτη του ΟΗΕ.
Επιπροσθέτως, τίθεται ζήτημα παραβίασης της αρχής της Μόνιμης Κυριαρχίας επί των Φυσικών Πόρων (Permanent Sovereignty over Natural Resources – PSNR), όπως αυτή έχει αποκρυσταλλωθεί στο Ψήφισμα 1803 (XVII) της Γενικής Συνέλευσης6 και αποτελεί πλέον κανόνα εθιμικού δικαίου. Η επιβολή περιορισμών στην εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών συνιστά προσβολή της οικονομικής αυτοδιάθεσης του κράτους και αντίκειται στο πνεύμα της φιλικής συνεργασίας μεταξύ των εθνών.
V. Θεσμική διάβρωση και ζητήματα διεθνούς ευθύνης
Η ανάλυση επεκτείνεται στις συστημικές επιπτώσεις των εν λόγω πρακτικών στη συνοχή της διεθνούς έννομης τάξης, αφενός σχετικά με τη κανονιστική απορρύθμιση, καθόσον η συστηματική παράκαμψη των πολυμερών θεσμικών διαδικασιών οδηγεί σε αποδυνάμωση του κανονιστικού χαρακτήρα του διεθνούς δικαίου, η υποβάθμιση δεσμευτικών κανόνων σε επίπεδο προαιρετικών – μη δεσμευτικών επιλογών (soft law) απειλεί τη δομική ακεραιότητα του συστήματος.
Αφ’ ετέρου, η έλλειψη κυρωτικού μηχανισμού, ήτοι η αδυναμία ενεργοποίησης αποτελεσματικών μηχανισμών λογοδοσίας δημιουργεί ζητήματα ως προς το δίκαιο της διεθνούς ευθύνης (State Responsibility7),καθόσον η απουσία έννομων συνεπειών για παραβιάσεις θεμελιωδών αρχών διαβρώνει την πεποίθηση δικαίου (opinio juris) και ενθαρρύνει την επανάληψη παράνομων πράξεων, θέτοντας εν κινδύνω το Rule of Law στο διεθνές πεδίο.
VI. Επιλογικές απολήξεις
Εν κατακλείδι, η υπόθεση της Βενεζουέλας συνιστά κομβικό σημείο για την αξιολόγηση της ανθεκτικότητας του σύγχρονου Διεθνούς Δικαίου. Η διαφύλαξη της κανονιστικής ιεραρχίας και η επαναβεβαίωση της υπεροχής του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών συνιστούν αδήριτες συνθήκες για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Η τήρηση της αρχής pacta sunt servanda και ο σεβασμός των κυριαρχικών δικαιωμάτων αποτελούν το μοναδικό νομιμοποιητικό πλαίσιο για την άσκηση της διεθνούς πολιτικής, αποτρέποντας τη διολίσθηση σε ένα καθεστώς νομικής αυθαιρεσίας.
Βιβλιογραφία
Μ. Σαρηγιαννίδης, Η αρχή της μη επέμβασης/μη ανάμιξης ανάμεσα στα κράτη, 2020, Εκδόσεις Σάκκουλα.
Σύγχρονες αντιλήψεις του Διεθνούς Εθιμικού Δικαίου στην ανάπτυξη του Διεθνούς Ποινικού Δικαίου, Εκδόσεις Σάκκουλα
Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο (5η έκδοση 2025), Εμμανουήλ Ρούκουνας, Νομική Βιβλιοθήκη
- «Όλα τα Μέλη στις διεθνείς τους σχέσεις θα απέχουν από την απειλή ή τη χρήση βίας, που εκδηλώνεται εναντίον της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους είτε με οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ασυμβίβαστη προς τους Σκοπούς των Ηνωμένων Εθνών.» ↩︎
- Ο όρος domaine réservé προσδιορίζει εκείνους τους τομείς δραστηριότητας ενός κράτους οι οποίοι υπάγονται αμιγώς στην εγχώρια δικαιοδοσία του και συνιστούν καθαρώς εσωτερικές υποθέσεις, απαλλαγμένες από διεθνείς δεσμεύσεις ή ρυθμιστικές παρεμβάσεις. Εντός των ορίων αυτών, η μη επέμβαση αποτελεί θεμελιώδη αρχή κυριαρχίας. Το domaine réservé αποτυπώνει την εσωτερική διάσταση της κυριαρχίας και της ισότητας των κρατών (βλ. Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών, Άρθρο 2(1)), ενώ παραβιάσεις της εξωτερικής κυριαρχίας ή της εδαφικής ακεραιότητας ενός κράτους δύνανται να προσβάλλουν έμμεσα το domaine réservé, δεδομένης της στενής αλληλεξάρτησης μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής κυριαρχίας (βλ.Katja S. Ziegler, Domaine réservé, Max Planck Encyclopedia of Public International Law (MPEPIL), April 2013: https://opil.ouplaw.com/display/10.1093/law:epil/9780199231690/law-9780199231690-e1398) ↩︎
- https://www.icj-cij.org/case/70 ↩︎
- Τα διεθνή έθιμα συνιστούν θεμελιώδη πηγή του διεθνούς δικαίου, κατά το άρθρο 38 §1 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης (1946). Εντασσόμενα στην ελληνική έννομη τάξη ως γενικά παραδεδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, τα διεθνή έθιμα ενσωματώνονται με συνταγματική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος) και υπερισχύουν έναντι οποιασδήποτε αντίθετης εσωτερικής διάταξης. Ο σχηματισμός ενός κανόνα διεθνούς δικαίου ως γενικώς παραδεδεγμένου προϋποθέτει την ύπαρξη γενικής πρακτικής των κρατών (State practice) και την παραδοχή της δεσμευτικής ισχύος της πρακτικής αυτής (opinio juris). (βλ. Γενικό Διοικητικό Δίκαιο: Οι διακρατικές πηγές του διοικητικού δικαίου (4-4-2022), Ευγενία Β. Πρεβεδούρου: https://www.prevedourou.gr/οι-διακρατικές-πηγές-του-διοικητικού/)
↩︎ - «Ένα μέρος δεν μπορεί να επικαλεστεί τις διατάξεις του εσωτερικού του δικαίου του ως δικαιολογία για την μη εκτέλεση μιας συνθήκης. Αυτή η αρχή δεν θίγει την εφαρμογή του Άρθρου 46, ούτε τις διατάξεις του Άρθρου 40 κάθε άλλης σχετικής συνθήκης.» ↩︎
- https://www.ohchr.org/en/instruments-mechanisms/instruments/general-assembly-resolution-1803-xvii-14-december-1962-permanent ↩︎
- Η κρατική ευθύνη προκύπτει τόσο από τη γενική νομική προσωπικότητα κάθε κράτους στο διεθνές δίκαιο, όσο και από το γεγονός ότι τα κράτη είναι οι κύριοι φορείς διεθνών υποχρεώσεων. Η παραβίαση του διεθνούς δικαίου από ένα κράτος εξαρτάται από το πραγματικό περιεχόμενο των διεθνών του δεσμεύσεων, οι οποίες ενδέχεται να διαφοροποιούνται από κράτος σε κράτος. Παρά τις διαφοροποιήσεις, οι θεμελιώδεις έννοιες της κρατικής ευθύνης, αποδοχή ευθύνης, παραβίαση, δικαιολογητικοί λόγοι και συνέπειες, ενέχουν γενικό χαρακτήρα και εφαρμόζονται κατά κανόνα, εκτός εάν ειδικός κανόνας τις αποκλείει ή τις τροποποιεί. Οι θεμελιώδεις αυτές αρχές εξετάστηκαν από την Διεθνή Επιτροπή Δικαίου (ILC) επί περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες και κωδικοποιήθηκαν στα Σχέδια Άρθρα για την Ευθύνη των Κρατών για Διεθνώς Παράνομα Πράξεις, 2001 ILC Articles (βλ. James Crawford, State Responsibility, Max Planck Encyclopedia of Public International Law (MPEPIL), September 2006, διαθέσιμο μέσω Max Planck Encyclopedias of International Law [MPIL]:https://opil.ouplaw.com/display/10.1093/law:epil/9780199231690/law-9780199231690-e1093)). ↩︎

Απάντηση