Χρήστος Σαραφίδης
Δικηγόρος πάρα Πρωτοδίκαις, LL.M. EΚΠΑ Δημόσιο Δίκαιο-Δημόσιες Πολιτικές
Καθ’ όλη την ιστορία έχει παρατηρηθεί ότι η δημοκρατία αποτελεί μορφή διακυβέρνησης που προάγει ιδανικά και αξίες θεωρούμενα ύψιστης σημασίας για την πνευματική ανύψωση του ανθρώπινου είδους. Ταυτόχρονα, έχει σημειωθεί ότι αυτή η μορφή διακυβέρνησης απαιτεί ιδιαίτερη φροντίδα προκειμένου να παράγει θετικά αποτελέσματα για την κοινωνία και να διασφαλίζει την ομαλή συνύπαρξη των πολιτών της. Αδιαμφισβήτητα, ο θεσμός της Δικαιοσύνης πρέπει να λειτουργεί ως θεμέλιο που υποστηρίζει τη σωστή λειτουργία του πολιτικού συστήματος, την κοινωνική ευημερία και την αρμονική συνύπαρξη μεταξύ των μελών της κοινωνίας.
Η κρίση εμπιστοσύνης προς την πολιτική εξουσία δημιουργεί αμφιβολίες σχετικά με τις νομοθετικές πρωτοβουλίες της εκάστοτε Κυβέρνησης. Κατά συνέπεια, η αξιοπιστία του νόμου υπονομεύεται εξαιτίας των προκαταλήψεων που στρέφονται προς τους δημιουργούς του. Αυτή η κατάσταση δημιουργεί ανασφάλεια στους πολίτες, οι οποίοι αισθάνονται ότι τα συμφέροντά τους δεν εξυπηρετούνται και ότι τα θεμελιώδη δικαιώματά τους δεν προστατεύονται επαρκώς. Συχνά θεωρείται ότι η νομοθετική εξουσία θεσπίζει νόμους με βάση άκαμπτες και, τελικά, αναποτελεσματικές νομικές αρχές, αντί να λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές και συνεχώς εξελισσόμενες συνθήκες της κοινωνίας.Η πολιτική εξουσία συχνά γίνεται αντιληπτή από την κοινωνία ως αντιπρόσωπος κομματικών συμφερόντων. Οι νόμοι θεωρούνται προϊόντα πολιτικών στόχων και όχι απαντήσεις σε κρίσιμα κοινωνικά ζητήματα. Επιπλέον, η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών αγνοεί τη σύνθεση των νομοπαρασκευαστικών επιτροπών ή τα δεδομένα που λαμβάνονται υπόψη κατά τη θέσπιση νόμων.
Αυτοί οι παράγοντες οδηγούν σε αποξένωση των πολιτών από τη λειτουργία των αντιπροσωπευτικών δημοκρατικών συστημάτων και στη σταδιακή υποτίμησή τους. Οι ψηφοφόροι, παρά το γεγονός ότι συμμετέχουν στη διαδικασία εκλογής του κόμματος της προτίμησής τους, συχνά δεν πιστεύουν ότι οι πολιτικοί είναι ικανοί να προωθήσουν τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις για την ευημερία της κοινωνίας. Δεν μπορεί να αρνηθεί κανείς ότι η κοινωνία όλο και περισσότερο αντιλαμβάνεται την πολιτική δραστηριότητα και τη θέσπιση κανόνων ως αποτέλεσμα καθαρά πολιτικών συνθηκών και όχι κοινωνικοοικονομικών αναγκών. Επιπλέον, υπάρχει ευρύτατη αίσθηση ότι η κατανόηση και η πρακτική ωφελιμότητα του δικαστικού συστήματος είναι προνόμιο των λίγων, λόγω οικονομικών και διαδικαστικών εμποδίων. Παρά το γεγονός ότι η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων υφίσταται στην αρχή, οι πολίτες συχνά αντιμετωπίζουν πολλαπλά εμπόδια όταν προσπαθούν να τα ασκήσουν.
Το ζήτημα της διαφάνειας και της πρόσβασης στην πληροφορία ανέδειξε έστω και εμμέσως η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της ΕΕ στην υπόθεση De Capitani (T-590/23, 29 Οκτωβρίου 2025). Στην υπόθεση αυτή, ο προσφεύγων ζητούσε πρόσβαση σε έγγραφα που αφορούσαν την τροποποιημένη πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση του “Eurodac”, για την αντιπαραβολή βιομετρικών δεδομένων με σκοπό την αποτελεσματική εφαρμογή του κανονισμού για τη διαχείριση του ασύλου και της μετανάστευσης, καθώς και του κανονισμού για την επανεγκατάσταση και την ταυτοποίηση παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών ή απάτριδων. Τα έγγραφα περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, εκθέσεις σχετικά με τις αιτήσεις αντιπαραβολής με τα δεδομένα Eurodac που υποβάλλουν οι αρχές επιβολής του νόμου των κρατών μελών και η Europol για σκοπούς επιβολής του νόμου, καθώς και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 2018/1240 και (ΕΕ) 2019/818.
Το κρίσιμο σημείο της απόφασης ήταν ότι η επίκληση της προστασίας της διαδικασίας διαπραγμάτευσης δεν μπορούσε να δικαιολογήσει τη συνολική άρνηση πρόσβασης. Το Δικαστήριο τόνισε ότι η διαφάνεια είναι ουσιώδης για τη διασφάλιση της νομιμότητας των αποφάσεων και για την εμπιστοσύνη των πολιτών στις θεσμικές διαδικασίες. Η απόφαση επισημαίνει ότι οι πολίτες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν τα δεδομένα, τις αξιολογήσεις και τις συζητήσεις που λαμβάνονται υπόψη κατά τη διαμόρφωση νομοθεσίας με σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες. Με άλλα λόγια, η De Capitani υπογραμμίζει ότι η Δικαιοσύνη μπορεί να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών μέσω της πρόσβασης στην πληροφορία και της διαφάνειας στις νομοθετικές διαδικασίες.
Το χάσμα πληροφορίας μεταξύ του νομικού κόσμου και των πολιτών οδηγεί τους τελευταίους να αμφισβητούν την αποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος. Επιπλέον, οι δικαστικές διαδικασίες συχνά λειτουργούν χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις κοινωνικές συνθήκες, με αποτέλεσμα οι πολίτες να αισθάνονται ότι τα αποτελέσματα των νομικών διαδικασιών εξαρτώνται αποκλειστικά από τις ικανότητες των δικηγόρων τους. Αυτές οι παρατηρήσεις υποδηλώνουν ότι το χάσμα μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής εξουσίας απειλεί και την εμπιστοσύνη του κοινού στη Δικαιοσύνη.
Η αντιμετώπιση αυτών των κρίσιμων ζητημάτων απαιτεί παρέμβαση από τα νομοθετικά και εκτελεστικά όργανα, καθώς και από τη δικαιοσύνη. Η πολιτική εξουσία πρέπει να επανακαθορίσει τη σχέση της με την κοινωνία ώστε να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών, ξεκινώντας από μια λεπτομερή κατανόηση των ζητημάτων που αντιμετωπίζει κάθε κοινωνική ομάδα. Οι προπαρασκευαστικές νομοθετικές επιτροπές πρέπει να περιλαμβάνουν εξειδικευμένους και υψηλά εκπαιδευμένους εμπειρογνώμονες, οι οποίοι, ανάλογα με την ειδικότητά τους, μπορούν να συμβάλουν στην ανάλυση των κοινωνικών φαινομένων χωρίς πολιτική μεροληψία. Οι νόμοι πρέπει να λαμβάνουν υπόψη όλα τα σχετικά δεδομένα, κάτι που δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς τη συνεργασία ειδικών από διαφορετικούς κλάδους.
Ταυτόχρονα, μη κυβερνητικές και εργασιακές οργανώσεις πρέπει να ανταλλάσσουν πληροφορίες με το κράτος υπεύθυνα και με πραγματικό ενδιαφέρον, υποστηρίζοντας και όχι παρεμποδίζοντας το έργο του. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω ενεργού συμμετοχής του κράτους με αυτές τις οργανώσεις για την επίτευξη των καλύτερων δυνατών αποτελεσμάτων. Είναι επιτακτική ανάγκη να δημοσιοποιούνται αυτές οι διαδικασίες για την προώθηση της διαφάνειας και της πρόσβασης στην πληροφορία. Με αυτόν τον τρόπο, το κράτος αναδεικνύει την κοινωνία των πολιτών ως γέφυρα μεταξύ κοινωνικής πραγματικότητας και θεσμικής εξουσίας, ενισχύοντας τη νομική συνείδηση και την εμπιστοσύνη στην πολιτική εξουσία. Τα σημεία αυτά καταδεικνύουν ότι η πολιτική και ο νόμος είναι ουσιαστικά αδιαχώριστα.
Ταυτόχρονα, η Δικαιοσύνη πρέπει να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο. Κατά τη φύση και τον σκοπό της, η Δικαιοσύνη λειτουργεί για να ρυθμίζει τις συνεχώς εξελισσόμενες και αλληλένδετες συμπεριφορές μέσα στην κοινωνία. Οι δικαστικοί φορείς μπορούν, ακόμη και χωρίς πολιτική παρέμβαση, να αξιοποιήσουν τις διακριτικές αρμοδιότητες που διαθέτουν για την επίτευξη κοινωνικά ωφέλιμων αποτελεσμάτων. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η δυνατότητα διεξαγωγής πολυδιάστατης νομικής και πραγματικής αξιολόγησης ασαφών εννοιών, νομικών και αξιολογικών. Κατά συνέπεια, οι δικαστές μπορούν να στηρίζονται στους υπάρχοντες νομικούς πόρους, σε συνδυασμό με επιστημονικά τεκμηριωμένα κοινωνικά δεδομένα, προκειμένου να προσεγγίζουν τη διοίκηση της δικαιοσύνης με τρόπο που προάγει την κοινωνική ευημερία. Αδιαμφισβήτητα, αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω μιας ολιστικής προσέγγισης των νομοθετικών και δικαστικών διαδικασιών.
Η θεσμική αποξένωση δεν αποτελεί απλώς αντίδραση της κοινωνίας στις κυβερνητικές πολιτικές· αντιπροσωπεύει ένα βαθύτερο ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί με δομημένο τρόπο και όχι μέσω αποσπασματικών πρωτοβουλιών. Η πολιτική εξουσία και η κοινωνία των πολιτών πρέπει να αλληλεπιδρούν συνεχώς με κοινό στόχο και αυξημένο αίσθημα ευθύνης προς την κοινότητα. Η διαφάνεια και η γνήσια ανταλλαγή απόψεων θα επιτρέψουν στους πολίτες να αισθάνονται ότι συμμετέχουν στον διάλογο. Με αυτόν τον τρόπο, ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας είναι λιγότερο πιθανό να καταφύγει σε ακραίες ενέργειες για να εκφράσει την απογοήτευσή του προς την πολιτική εξουσία — ένα φαινόμενο που ανησυχεί ιδιαίτερα τις σύγχρονες δημοκρατίες. Ταυτόχρονα, η Δικαιοσύνη έχει τη δυνατότητα να πρωτοστατήσει στη διαμόρφωση συνθηκών που επιτρέπουν στους πολίτες να απολαμβάνουν τα δικαιώματά τους, σεβόμενοι ταυτόχρονα τα δικαιώματα των άλλων. Οι νομικοί επαγγελματίες δεν πρέπει να ενεργούν απλώς ως «επιβολείς» των νομοθετικών διατάξεων, αλλά να αξιοποιούν τα εργαλεία που διαθέτουν για να επιδιώκουν συνεχώς κοινωνικά αποτελεσματικές λύσεις.

Απάντηση