Αλεξάνδρα-Ελένη Βαλληνδρά

Φοιτήτρια της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Έντονα έχει απασχολήσει φιλοσόφους και νομικούς ανά τους αιώνες η διαμάχη μεταξύ ελευθερίας βούλησης και ντετερμινισμού (Indeterminismus και Determinismus), δηλαδή το αν έχουμε τη δυνατότητα να αποφασίζουμε ελεύθερα για τις πράξεις μας ή αν ετεροκαθοριζόμαστε. Παρά το γεγονός ότι το ζήτημα είχε ήδη τεθεί από τους μεγάλους φιλοσόφους του 17ου  και 18ου αιώνα και αποτελούσε ανέκαθεν αντικείμενο συζήτησης και διαφωνιών πρέπει να σημειωθεί ότι δεν έχει ακόμα απαντηθεί, ενώ παράλληλα η εξέλιξη των επιστημών έχει επαναφέρει τη συζήτηση δυναμικά στο προσκήνιο με τα πορίσματα των νευροεπιστημονων να θέτουν ουσιαστικά εν αμφιβόλω τις αντιλήψεις μας περί ελευθερίας της βούλησης. Στο πλαίσιο αυτό και δεδομένου ότι το ζήτημα παρουσιάζει μεγάλο θεωρητικό ενδιαφέρον, αλλά και πρακτική σημασία (καθώς όπως θα δούμε παρακάτω η ύπαρξη ελευθερίας της βούλησης αποτελεί λογικό προαπαιτούμενο για τον καταλογισμό στον δράστη της αξιόποινης πράξης που τέλεσε και τελικά για τη δυνατότητα να του επιβληθεί ποινή), θαρρώ πως αξίζει να επιχειρήσουμε μια συνοπτική παρουσίαση των βασικών επιχειρημάτων που έχουν διατυπωθεί και να εξετάσουμε τα συναφή ζητήματα ποινικού δικαίου που ανακύπτουν.

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η όλη συζήτηση περί ελευθερίας της βούλησης και ετεροκαθορισμού περιστρέφεται γύρω από το αν ο άνθρωπος είναι πραγματικά και γνήσια ελεύθερος να ορίζει τις επιλογές και τις πράξεις του ή αν και κατά πόσο αυτές είναι προκαθορισμένες από εξωτερικούς (προσθέτω: και εσωτερικούς) παράγοντες και άρα εκφεύγουν του ελέγχου του. Σε φιλοσοφικό επίπεδο το ερώτημα μας οδηγεί αναπόφευκτα στο να καταφύγουμε στην αρχή της ηθικής αυτονομίας, όπως αυτή διατυπώθηκε από τον μεγάλο φιλόσοφο του 18ου αιώνα Ιμμάνουελ Κάντ. Πολύ συνοπτικά, η αρχή της ηθικής αυτονομίας κατά τον Κάντ συνίσταται στην ικανότητα που διαθέτει το έλλογο ον να πράττει αυτόνομα, δηλαδή να προσαρμόζει τη συμπεριφορά του σε έναν ηθικό νόμο που το ίδιο έχει θέσει αυτεξούσια εις τροπον ώστε οι πράξεις του να μην του επιβάλλονται ετερόνομα και να μην αποτελούν προϊόν εσωτερικών και εξωτερικών καταναγκασμών ή της τυχαιότητας. Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο Κάντ αντιλαμβάνεται την ελευθερία του ανθρώπου να καθορίζει τη συμπεριφορά του ως βασική ιδιότητα που διαθέτει μόνο και μόνο επειδή είναι άνθρωπος, αλλά και ως θεμέλιο της ηθικής. Ο άνθρωπος δεν είναι ένα μηχανιστικό ον, αλλά από τη φύση του έχει την ικανότητα επιλογής της μίας ή της άλλης πράξης και άρα φέρει ευθύνη αν αποφασίσει να προβεί σε μία ηθικά ελαττωματική ενέργεια. Εδώ βεβαίως θα μπορούσε κάποιος να προβάλει την εξής αντίρρηση: Πώς αποδεικνύεται ότι ο άνθρωπος έχει ελευθερία βούλησης; Η απάντηση που δίνει ο Κάντ σε αυτό το ερώτημα είναι ότι η ανθρώπινη ελευθερία δεν μπορεί να διαπιστωθεί εμπειρικά και αντικειμενικά, αλλά αποτελεί υπερβατολογική αναγκαιότητα και πρέπει να προϋποτεθεί αν θέλουμε να μιλάμε για καθήκον και άρα ευθύνη. Στον αντίποδα, οι Στωικοί αλλά και μεταγενέστεροι φιλόσοφοι όπως ο Σπινόζα υποστήριζαν ότι η πραγματική ελευθερία αποτελεί μία χίμαιρα και τελικά συνιστάται απλώς στην επίγνωση της αναγκαιότητας.

Σύμφωνη με τη θεωρία  του Κάντ περί ηθικής αυτονομίας του ανθρώπου και ελευθερίας της βούλησης είναι και η αντίληψη του μέσου ανθρώπου της σημερινής εποχής. Μπορούμε, δηλαδή, ευλόγως να διαπιστώσουμε ότι σε γενικές γραμμές πιστεύουμε ότι είμαστε ελεύθεροι να καθορίζουμε τη συμπεριφορά μας και να επιλέγουμε τις πράξεις μας. Μάλιστα στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε ότι η εν λόγω αντίληψη υιοθετείται και από το ελληνικό ποινικό δίκαιο και ίσως θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελεί και θεμέλιό του. Όμως ας επεκταθούμε περαιτέρω στο ζήτημα αυτό. Είναι γεγονός ότι για την επιβολή ποινής δεν αρκεί απλώς η πράξη που τελέσθηκε να πληροί την ειδική υπόσταση ενός εγκλήματος και να μη συντρέχει κάποιος λόγος άρσης του άδικου (ΠΚ 20 επ.) (δεν αρκεί δηλαδή να διαπιστώνεται η αντικειμενική διάσταση του εγκλήματος), αλλά απαιτείται επιπλέον η πράξη να μπορεί να συνδεθεί υποκειμενικά με το πρόσωπο  που την τέλεσε. Επομένως, απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου η ποινή που θα επιβληθεί να είναι δίκαιη είναι η αξιόποινη πράξη που τέλεσε ο δράστης να του καταλογίζεται, δηλαδή να είναι ένοχος. Ενοχή, κατά τον ιδιαίτερα περιεκτικό ορισμό της ιστορικής απόφασης του Γερμανικού Ακυρωτικού BGH.St2, είναι η δυνατότητα απόδοσης μομφής από την έννομη τάξη στον δράστη για την αξιόποινη πράξη που τέλεσε, ενώ όπως εύστοχα παρατηρεί ο Α. Χαραλαμπάκης αποτελεί την πεμπτουσία του ποινικού δικαίου και ταυτόχρονα τη δικαιολογητική του βάση. Συνεπώς, γίνεται αντιληπτό ότι η επιβολή ποινής προϋποθέτει ενοχή του δράστη, δηλαδή τη δυνατότητα να του αποδοθεί μομφή από την έννομη τάξη που με τη σειρά της προϋποθέτει προσωπική ευθύνη του δράστη για την πράξη του και επομένως ελευθερία βούλησης. Και αυτό είναι ορθό διότι θα ήταν άδικη και απρόσφορη η απόδοση μομφής και η επιβολή ποινής στον δράστη που τέλεσε μία πράξη υπό συνθήκες εσωτερικών ή εξωτερικών καταναγκασμών. Το δόγμα της ενοχής (θεμελιώδες για το ποινικό μας σύστημα) απαιτεί προσωπική ευθύνη, η οποία υπάρχει μόνο όταν δρούμε ελεύθερα και αυτόνομα. 

Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι ο Έλληνας ποινικός νομοθέτης ορίζοντας στα άρθρα 34 και 36ΠΚ πότε αίρεται ο καταλογισμός και όχι πότε θεμελιώνεται φαίνεται να προϋποθέτει ότι στις κανονικές περιπτώσεις όλοι, εφόσον τελέσουμε κάποια αξιόποινη πράξη, έχουμε ικανότητα προς καταλογισμό. Αν δεν συντρέχουν, δηλαδή, οι εξαιρετικές περιστάσεις που περιγράφονται στα άρθρα 34 και 36 ξεκινούμε πάντοτε από την αντίληψη ότι έχουμε προσωπική ευθύνη για την πράξη που τελέσαμε και άρα δικαίως θα μας επιβληθεί η ποινή που προβλέπει ο νόμος. Ευχερώς, λοιπόν, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι το ελληνικό ποινικό δίκαιο και η θεωρία περί ενοχής βρίσκει έρεισμα στη βαθιά ριζωμένη αντίληψη ότι έχουμε ελευθερία βούλησης, είμαστε σε θέση να επιλέξουμε το δίκαιο έναντι του αδίκου και να προσαρμόσουμε τη συμπεριφορά μας στους κανόνες (για γενική κανονιστική δεκτικότητα μιλάει ο C. Roxin).  Υπό το κράτος αυτής της αντίληψης η ενοχή αποκτά μία αξιολογική διάσταση (μομφή) και δεν περιορίζεται σε μία καθαρά λειτουργική θεώρηση (όπως την αντιλαμβάνεται ο Jakobs), ενώ παράλληλα δύναται να λειτουργήσει ως δικαιολογητική βάση της ποινής, η οποία πλέον δεν επιτελεί έναν αμιγώς γενικοπροληπτικό ρόλο. 

Την αξιολογική θεωρία περί ενοχής και επομένως τις βασικές παραδοχές του ποινικού δικαίου περί ελευθερίας της βούλησης του υποκειμένου και προσωπικής του ευθύνης προσπαθούν να αμφισβητήσουν τα πορίσματα των νευροεπιστημόνων, οι οποίοι με τα πειράματά τους υποστηρίζουν τη θεωρία του ετεροκαθορισμού και πρεσβεύουν ότι ακόμη κι όταν οι πράξεις μας δεν αποτελούν προϊόν εξωτερικών καταναγκασμών συνιστούν σε κάθε περίπτωση αποτέλεσμα εσωτερικών διεργασιών που δεν ελέγχονται από εμάς. Ειδικότερα, οι νευροεπιστήμονες αντιμετωπίζουν την ανθρώπινη πράξη σαν ένα φυσικό φαινόμενο και θεωρούν ότι από τη στιγμή που τα φυσικά φαινόμενα διέπονται από τους κανόνες της αιτιότητας έτσι και η πράξη είναι ένα αποτέλεσμα το οποίο έχει ως αίτιο τις εγκεφαλικές διεργασίες και μάλιστα τις ασυνείδητες. Πρέπει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο ότι το  πιο σημαντικό σχετικό πείραμα που έχει διεξαχθεί και επιβεβαιώνει κατά κάποιο τρόπο τη θεωρία του ντετερμινισμού είναι το πείραμα του Αμερικανού νευροεπιστήμονα Benjamin Libet. Ο Libet ζήτησε από τους συμμετέχοντες στο πείραμα να επιλέξουν μία τυχαία στιγμή να κουνήσουν το χέρι τους, ενώ παράλληλα τους είπε να καταγράψουν το ακριβές χρονικό σημείο κατά το οποίο αισθάνονταν ότι ήθελαν να τελέσουν την εν λόγω κίνηση. Ήδη από προηγούμενα πειράματα νευροεπιστημόνων είχε διαπιστωθεί ότι προτού προβούμε σε μία σωματική κίνηση, καταγράφεται σε ασυνείδητο επίπεδο στον εγκέφαλο ένα ηλεκτρικό σήμα γνωστό ως δυναμικό ετοιμότητας (readiness potential). Με αυτά τα δεδομένα ο Libet παρατήρησε ότι μεταξύ της καταγραφής του δυναμικού ετοιμότητας και του χρονικού σημείου που οι συμμετέχοντες αποφάσιζαν συνειδητά να κουνήσουν το χέρι τους μεσολαβούσε κατά μέσο όρο ένα χρονικό διάστημα περίπου 0,6-0,8 δευτερολέπτων. Όπως ειπώθηκε προηγουμένως, το πείραμα αυτό χρησιμοποιείται από αρκετούς νευροεπιστήμονες ως απόδειξη ότι στην πραγματικότητα οι αποφάσεις μας λαμβάνονται ήδη σε ασυνείδητο επίπεδο και ότι οι πράξεις μας τελικά δεν είναι αποτέλεσμα συνειδητής και ελεύθερης επιλογής, αλλά εκφεύγουν του ελέγχου μας. 

Όσο εύλογες κι αν φαίνονται εκ πρώτης όψεως οι απόψεις που διατυπώνονται από τους νευροεπιστήμονες, εντούτοις προσκρούουν, κατά τη γνώμη μου, σε σοβαρά εμπόδια. Σε πρώτο επίπεδο καταργούν κάθε έννοια προσωπικής ευθύνης του δρώντος υποκειμένου, το οποίο αντιμετωπίζουν ως ένα μηχανιστικό ον που ελέγχεται από τον εγκέφαλο. Επίσης, εγκαταλείπουν την ιδέα της αξιολογικής/δεοντολογικής φύσης της ενοχής και υιοθετούν μία λειτουργική προσέγγιση της ενοχής. Έτσι, η επιβολή ποινής δεν έχει τον χαρακτήρα της τιμωρίας ως αποδοκιμασίας του δράστη για την αξιόποινη πράξη που τέλεσε, αλλά λειτουργεί αποκλειστικά και μόνο ως μέτρο ασφαλείας και εξασφάλισης της κοινωνικής ειρήνης (λ.χ. Σου επιβάλλω ποινή κάθειρξης όχι επειδή σε μέμφομαι για τη πράξη σου, αλλά επειδή είσαι επικίνδυνος για το κοινωνικό σύνολο). Βεβαίως αν υιοθετηθεί αυτή η άποψη πρέπει λογικά να γίνει επίσης δεκτό ότι η ποινή μπορεί να έχει χρονική διάρκεια πραγματικά ίση με τη ζωή του δράστη (αφού έχει κάποια βιολογική προδιάθεση να τελεί αξιόποινες πράξεις και επομένως πάντα θα αποτελεί κίνδυνο για την κοινωνία). Φυσικά αυτή η προσέγγιση δεν ανταποκρίνεται στις σύγχρονες αντιλήψεις περί σωφρονιστικού χαρακτήρα της ποινής. Επίσης, ένα άλλο ερώτημα που αναφύεται στο σημείο αυτό και μένει να απαντηθεί  είναι το γιατί ακριβώς πρέπει να εξομοιώσουμε την ανθρώπινη συμπεριφορά με φυσικό φαινόμενο. Επίσης ακόμα και οι ίδιοι οι νευροεπιστήμονες αμφισβητούν αυτή την απόλυτη και δογματική άποψη περί ετεροκαθορισμού. Αξιοσημείωτο μάλιστα είναι το γεγονός ότι ο ίδιος ο Libet σημειώνει ότι μεταξύ της συνειδητής λήψης της απόφασης από το υποκείμενο και της καταγραφής της σωματικής κίνησης μεσολαβεί ένα χρονικό διάστημα 0,15 δευτερολέπτων που αποτελεί το λεγόμενο «βέτο της συνείδησης». Υποστηρίζει, δηλαδή, ότι ακόμη κι αν οι αποφάσεις λαμβάνονται ήδη σε ασυνείδητο επίπεδο, σε κάθε περίπτωση το υποκείμενο έχει τη δυνατότητα να αποκλίνει συνειδητά από την απόφασή του και να πράξει εν τελεί διαφορετικά (υπονοώντας βεβαίως ότι για το λόγο αυτό ο δράστης ευθύνεται για τη πράξη του). 

Συνοψίζοντας όλα τα προεκτεθέντα, οι έντονες διαφωνίες που επικρατούν, αλλά και η έλλειψη στοιχείων που να αποδεικνύουν την εγκυρότητα της μίας ή της άλλης άποψης καθιστούν ιδιαίτερα δυσχερή την εύρεση μίας πειστικής απάντησης στο ζήτημα. Στο πλαίσιο αυτό, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να υιοθετηθεί μία πραγματιστική και εν τέλει ωφελιμιστική προσέγγιση του ζητήματος: Ακόμη κι αν οι πράξεις έχουν αιτιοκρατικά στοιχεία, ακόμη κι αν μεταφυσικά δεν υφίσταται πραγματικά η ελευθερία της  βούλησης, εμείς σε κάθε περίπτωση τη θεωρούμε ως υπαρκτή για να μπορεί να λειτουργήσει η κοινωνία. Χωρίς αυτό το κατασκεύασμα δεν θα υπήρχε προσωπική ευθύνη, άρα ούτε και κοινωνική τάξη.

Βιβλιογραφικές αναφορές:

  1. Δικαστική ψυχολογία και ψυχιατρική, Κιούπης Δημήτριος, Νομική Βιβλιοθήκη 3η έκδοση
  2. Θεμελίωση της μεταφυσικής των ηθών, Kant Immanuel 
  3. Κριτική του Καθαρού Λόγου, Kant Immanuel 
  4. https://www.information-philosophie.de/willensfreiheit-und-determinismus.html

Απάντηση

ΑΠΟΦΘΕΓΜΑ

«Η δικαιοσύνη δε θα ‘ρθει μοναχή της, δεν έχει πόδια. Εμείς θα τη σηκώσουμε στους ώμους μας και θα τη φέρουμε»

~ Νίκος Καζαντζάκης

Discover more from Nomikoi Dialogoi

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading

Discover more from Nomikoi Dialogoi

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading