Γκόγκα Μαρία
Φοιτήτρια της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών/ Αρχισυντάκτρια των Νομικών Διαλόγων.
Η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας , ιδίως εκείνης των τεχνολογιών βιομετρίας καθώς και της γενετικής ως ιδιαίτερου επιμέρους κλάδου της βιολογίας, έθεσε ως επιτακτική ανάγκη την θεσμοθέτηση ενός εξαντλητικού έννομου πλαισίου προστασίας των προσωπικών δεδομένων, όπως διαφαίνεται μέσα από την καθιέρωση της νομοθεσίας της ΕΕ και του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Η εν γένει έννομη προστασία που παρέχεται προς υπεράσπιση των βιομετρικών και γενετικών δεδομένων κατευθύνεται προς την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων, και κυρίως των δικαιωμάτων του πληροφοριακού αυτοκαθορισμού ( άρθρο 9Α του Σ.), της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του ανθρώπου (άρθρο 5 του Σ.), της ισότητας των ανθρώπων (άρθρο 4 του Σ.) και του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου ( άρθρο 2 του Σ.).
Αναλυτικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 14 του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (εφεξής Κανονισμός) ως βιομετρικά δεδομένα λογίζονται εκείνα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι αποτέλεσμα ειδικής επεξεργασίας που συνδέονται με φυσικά, βιολογικά ή συμπεριφορικά χαρακτηριστικά φυσικού προσώπου και τα οποία αδιαμφισβήτητα επιτρέπουν ή επιβεβαιώνουν την ταυτοποίηση του. Η ύπαρξη αναγνωρισμένου νομικά βιομετρικού δεδομένου βασίζεται σε 3 καίριες προϋποθέσεις (sine qua non): τα στοιχεία των βιομετρικών δεδομένων βασίζονται σε ειδική τεχνική επεξεργασία ( βιομετρική μέθοδος), χωρίς όμως στον Κανονισμό να περιγράφεται αναλυτικά ο τρόπος με τον οποίο η τελευταία λαμβάνει χώρα. Ο νομοθέτης διασφαλίζει την διαχρονικότητα στον τρόπο διενέργειας των βιομετρικών μεθόδων, αφού η συνεχώς εναλλασσόμενη πρόοδος των τεχνολογικών επιτευγμάτων θα καθιστούσε σχεδόν αδύνατη την περιοριστική και απαριθμημένη νομική ανάλυση των τρόπων διεξαγωγής βιομετρικών μεθόδων. Η δεύτερη προϋπόθεση συνίσταται στις βιομετρικές τεχνικές που πρέπει να έχουν αντικείμενο το άτομο (φυσικά, βιολογικά , συμπεριφορικά χαρακτηριστικά). Τέλος, η ειδική τεχνική επεξεργασία που διενεργείται πάνω σε βιομετρικά στοιχεία πρέπει να αποσκοπεί στην αδιαμφισβήτητη ταυτοποίηση ενός συγκεκριμένου φυσικού προσώπου. Στον Κανονισμό, δίδονται οι εικόνες προσώπου και τα δαχτυλοσκοπικά δεδομένα ως παραδείγματα βιομετρικών δεδομένων, τα οποία, όμως, κρίνονται ως τέτοια μόνο εφόσον παρουσιάζουν τα 3 προαναφερθέντα χαρακτηριστικά.
Σκοπός της επεξεργασίας των βιομετρικών δεδομένων αποτελεί η ταυτοποίηση ή η επαλήθευση της ταυτότητας ενός προσώπου. Η πληροφορία της ταυτοποίησης κατά το άρθρο 4 παρ.1 του Κανονισμού συνιστά ένα απλό (και όχι ευαίσθητο) προσωπικό δεδομένο. Συνεπώς, στοιχεία που χρησιμοποιούνται για την ταυτοποίηση προσώπων αποτελούν απλά προσωπικά δεδομένα (π.χ. δελτίο ταυτότητας). Αυτό , όμως, δεν αναιρεί την ιδιαιτερότητα που παρουσιάζουν τα βιομετρικά δεδομένα. Λαμβάνοντας υπόψιν την ιδιαίτερη φύση των βιομετρικών δεδομένων, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ότι αποτελούν δεδομένα ιδιαίτερα ευαίσθητα αν αντιπαραβληθούν με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες, καθώς ο κίνδυνος που ελλοχεύεται μέσα από την ατέρμονη επεξεργασία ή συλλογή των βιομετρικών δεδομένων από τα βιομετρικά συστήματα είναι σημαντικός. Κατά την λογική αυτή και όπως αναφέρεται στην Αιτιολογική σκέψη 51 και άρθρο 9 του Κανονισμού, ο Ευρωπαίος νομοθέτης τοποθετεί τα βιομετρικά δεδομένα στις ειδικές κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Επακόλουθο αυτής της ένταξης είναι, καταρχήν, η απαγόρευση της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ειδικής κατηγορίας, με την επιφύλαξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Ν.4624/2019 σύμφωνα με το οποίο επιτρέπεται η επεξεργασία τέτοιων δεδομένων από δημόσιους φορείς στις περιπτώσεις όπου η επεξεργασία καθίσταται απολύτως απαραίτητη για λόγους δημοσίου συμφέροντος, για αποτροπή σημαντικής απειλής για την εθνική ασφάλεια ή την δημόσια τάξη ή είναι απαραίτητη για τη λήψη ανθρωπιστικών μέτρων που όμως το συμφέρον για την επεξεργασία είναι υπέρτερο του συμφέροντος του υποκειμένου δεδομένων.
Από την άλλη, σύμφωνα με τον Κανονισμό ως γενετικά δεδομένα ορίζονται εκείνα τα δεδομένα που παρέχουν μοναδικές πληροφορίες σχετικά με την φυσιολογία και την υγεία του φυσικού προσώπου και που αφορούν τα γενετικά του χαρακτηριστικά που προκύπτουν είτε επειδή κληρονομήθηκαν είτε επειδή αποκτήθηκαν ύστερα από βιολογική ανάλυση δείγματος του εκάστοτε προσώπου (άρθρο 4 παρ.13 του Κανονισμού). Η βιολογική ανάλυση δείγματος γίνεται ιδίως από χρωμοσωμική ανάλυση δεσοξυριβονουκλεϊκού οξέος (DNA) ή ριβονουκλεϊκού (RNA) ή από διαφορετική μέθοδο ανάλυσης στοιχείου που όμως επιτρέπει την απόκτηση της μοναδικής γενετικής πληροφορίας (Αιτιολογική σκέψη 34 του Κανονισμού). Τα γενετικά δεδομένα είναι καθολικά, με την έννοια ότι παρέχονται στο κάθε φυσικό πρόσωπο. Είναι δε και μοναδικά, με την έννοια ότι αποδίδονται ξεχωριστές γενετικές πληροφορίες στο κάθε φυσικό πρόσωπο και παρέχουν επιστημονικές, ιατρικές και προσωπικές πληροφορίες για την ταυτότητα του. Η γενετική πληροφορία, μεταξύ άλλων, αποκαλύπτει στοιχεία για την οικογενειακή ή και την εθνική καταγωγή του φορέα της πληροφορίας. Πρέπει να είναι αξιόπιστη, διαρκής και πλούσια σε πληροφοριακό φορτίο, ενώ είθισται ο φορέας της να μην έχει γνώση της γενετικής πληροφορίας του οι οποίες δύνανται να αποσπαστούν και εν αγνοία του.
Τα γενετικά δεδομένα εντάσσονται στην ειδική κατηγορία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα λόγω της στενής σύνδεσης τους με την ιδιωτικότητα του ατόμου. Ο Ευρωπαίος νομοθέτης εντάσσει τα γενετικά δεδομένα στο ίδιο προστατευτικό πλαίσιο με τα βιομετρικά δεδομένα με μερικές προσθήκες. Συνεπώς, θεωρείται ότι εφαρμόζονται mutatis mutandis οι διατάξεις των βιομετρικών δεδομένων και στα γενετικά δεδομένα (βλ. παραπάνω άρθρο 9 Κανονισμού και άρθρο 22 του Ν.4624/2019). Σε κάθε περίπτωση, απώτατο όριο επεξεργασίας των γενετικών δεδομένών αποτελεί η συνταγματικά κατοχυρωμένη αξία του ανθρώπου (άρθρο 2 του Σ) και ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας του ανθρώπου ( άρθρο 5 του Σ) ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος εργαλειοποίησης του φυσικού προσώπου ως μέσου εξυπηρέτησης ορισμένου ιδιοτελούς σκοπού. Σύμφωνα με το σχετικό έγγραφο για τα γενετικά δεδομένα της Ομάδα Εργασίας του άρθρου 29, κρίθηκε ότι η συλλογή και επεξεργασία γενετικών δεδομένων είναι καταρχήν επιτρεπτή κατόπιν συγκατάθεσης και ενημέρωσης του φορέα των γενετικών δεδομένων στην περίπτωση της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και αγωγής. Είναι, επίσης, επιτρεπτή σε περιπτώσεις επιστημονικής και ιατρικής έρευνας , ταυτοποίησης υπόπτων για τέλεση ποινικών αδικημάτων ενώ σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπου προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία γίνεται επιτρεπτή η ασφάλιση των προσώπων μέσα από την επεξεργασία/συλλογή των γενετικών τους δεδομένων από ασφαλιστικές εταιρίες.
Συνεπώς, τα βιομετρικά και τα γενετικά δεδομένα εξαιτίας της ιδιαίτερης φύσης τους χρήζουν ρητώς αυξημένης έννομης προστασίας. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς, μεταξύ άλλων, το φορτίο της δυναμικής πληροφορίας που φέρουν, τον κίνδυνο της επεξεργασίας και της συλλογής τους από αθέμιτους φορείς, αλλά και την συνεχώς αυξανόμενη χρήση βιομετρικών στοιχείων αντί για κωδικούς, ώστε να διαπιστώσει την σημασία της καθιέρωσης αυτής της ειδικής έννομης προστασίας. Η εξαντλητική ρύθμιση τέτοιων ζητημάτων ενισχύει την ασφάλεια δικαίου και την εμπιστοσύνη των κοινωνών απέναντι στις σύγχρονες τεχνολογίες.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
- Γενικός Κανονισμός για την Προστασία των Προσωπικών Δεδομένων (GPDR), Νομική διάσταση και πρακτική εφαρμογή, Λ. Κοτσάλης, Κ. Μενουδάκος, 2η εκδοση, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2021.
- Το Σύνταγμα της Ελλάδος (2019).
- Γενικός Κανονισμός Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (GPDR).
- Αιτιολογική Σκέψη για τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων 51
- Ν.4624/2019.
- Αιτιολογική Σκέψη για τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων 34.
- Έγγραφο για τα γενετικά δεδομένα της Ομάδας Εργασίας του άρθρου 29

Απάντηση