Ειρήνη Ποιμενίδου, Τριτοετής φοιτήτρια Νομικής ΔΠΘ
Αναμφίβολα, η εργασία στον σύγχρονο δυτικό κόσμο αποτελεί κεκτημένο και κατοχυρωμένο στο άρθρο 22 του Συντάγματος ατομικό και κοινωνικό, καθώς επίσης και οικονομικό δικαίωμα όλων των ατόμων, ανεξαρτήτως καταγωγής, φύλου, χρώματος, αναπηρίας, σεξουαλικού προσανατολισμού, θρησκευτικών και πολιτικών πεποιθήσεων ή άλλων διακρίσεων. Μολονότι είθισται να προσδιορίζεται η εργασία με τα παραπάνω εννοιολογικά γνωρίσματα, παρατηρείται ότι κατά την αναζήτηση εργασίας αποκλείονται συχνά πρόσωπα λόγω σεξιστικών ή κοινωνικών κριτηρίων, καθώς και άλλων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών (π.χ. δερματοστιξία).
Επιπλέον, τα εργατικά ατυχήματα έχουν καταστεί συχνό φαινόμενο στο πλαίσιο άσκησης των εργασιακών καθηκόντων. Ως εργατικό ατύχημα, κατά το άρθρο 546 ΠΔ 62/2025, ορίζεται κάθε ατύχημα που προκαλείται από βίαιο γεγονός κατά την άσκηση εργασίας ή επ’ αφορμή αυτής. Θύμα του εργατικού ατυχήματος είναι ο εργαζόμενος, ο οποίος καθίσταται υποκείμενο οποιασδήποτε μορφής σωματικής βλάβης (ελαφράς, απλής, επικίνδυνης ή ακόμη και θανατηφόρας). Επιπρόσθετα, είναι δυνατόν, λόγω αμέλειας ή δόλου του εργοδότη, να επέλθει ο θάνατος εργαζομένου, όταν ο τελευταίος δεν λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα πρόνοιας και ασφάλειας, παραμελεί τη συντήρηση του εξοπλισμού ή ασκεί τα διαχειριστικά και διευθυντικά του καθήκοντα πλημμελώς, κατά τρόπο αντίθετο προς εκείνον που επιτάσσει η συμπεριφορά του μέσου συνετού επιχειρηματία.
Ενδεικτικά παραδείγματα παρέκκλισης από το κριτήριο της συμπεριφοράς που οφείλει να επιδεικνύει ο μέσος συνετός επιχειρηματίας ως προς την ασφάλεια της επιχείρησης και των εργαζομένων αποτελούν πρόσφατα ατυχήματα που σημειώθηκαν σε βιομηχανικούς χώρους και απασχόλησαν την επικαιρότητα. Σε περιπτώσεις όπου πιθανολογείται παραβίαση της υποχρέωσης του εκάστοτε εργοδότη για την παροχή πρόνοιας, η οποία ερείδεται στη νομοθετική διάταξη του άρθρου 662 ΑΚ, αναδεικνύεται η ανάγκη αυστηρής δικαστικής διερεύνησης. Η συγκεκριμένη υποχρέωση επιβάλλει σε όλους τους εργοδότες να μεριμνούν για την ασφάλεια των εργαζομένων τους, καθώς και να επιδεικνύουν σεβασμό στην προσωπικότητα και τη ζωή τους – έννομα αγαθά που βρίσκουν τη νομική τους θεμελίωση στα άρθρα 5 παρ. 1 και 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αντίστοιχα.
Η μη τήρηση της βασικής υποχρέωσης πρόνοιας που διέπει τη σχέση εργοδότη-εργαζομένου και η έλλειψη επαρκούς σεβασμού στην υγεία και τη ζωή των εργαζομένων, έχουν καταστεί ανησυχητικά φαινόμενα στις σύγχρονες εργασιακές σχέσεις. Τα περιστατικά αυτά συχνά αναδεικνύουν μια παθολογική κατάσταση που διαμορφώνεται σε χώρους υψηλού κινδύνου, όπως εργοστάσια, βιομηχανίες και εργοτάξια. Κορωνίδα της εν λόγω κατάστασης καθίσταται ο αριθμός εργατικών ατυχημάτων που ενδέχεται να μην δηλώνονται στην αρμόδια διοικητική αρχή (Επιθεώρηση Εργασίας). Το γεγονός αυτό μπορεί να αποδοθεί στην επιθυμία αποφυγής δυσμενών νομικών κυρώσεων (αστικής, ποινικής ή διοικητικής φύσεως), αλλά και στον φόβο που συχνά αισθάνεται ο ζημιωθείς εργαζόμενος για ενδεχόμενη απώλεια της θέσης εργασίας του ή μείωση των αποδοχών του.
Καθίσταται προφανές ότι ο κίνδυνος εργατικών ατυχημάτων θα υφίσταται και στο μέλλον. Πλέον, όμως, αυτά αποτελούν πραγματική «μάστιγα», καθώς η πρόκλησή τους οφείλεται, στις περισσότερες περιπτώσεις, σε αμελείς συμπεριφορές και επιπόλαιες αποφάσεις σχετικά με την ασφάλεια των εργαζομένων. Η επίλυση του προβλήματος θα επιτευχθεί μόνο όταν εργοδότες και εργαζόμενοι κατανοήσουν πως τα συμφέροντά τους είναι αλληλένδετα και όταν υπάρξει καθολικός σεβασμός στους νόμους και τις συνταγματικές επιταγές. Τότε μόνο θα λάβει «σάρκα και οστά» η έκφραση: «εργασία και χαρά».

Απάντηση