Νίκη Ειρήνη Μανέτα, Τριτοετής φοιτήτρια Νομικής Σχολής Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης
Η νεανική παραβατικότητα συνιστά ένα πολυδιάστατο κοινωνικό και νομικό φαινόμενο της σύγχρονης πραγματικότητας. Η παραβατική συμπεριφορά των ανηλίκων δεν δύναται να προσεγγιστεί αποσπασματικά, αλλά επιβάλλεται να εξετάζεται εντός του οικονομικού, κοινωνικού και εκπαιδευτικού πλαισίου στο οποίο αναπτύσσεται ο ανήλικος. Η ποινική αντιμετώπιση των ανηλίκων ισορροπεί μεταξύ της πρόληψης, της αναμόρφωσης και της κοινωνικής επανένταξης, απομακρυνόμενη από τον αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα της ποινής.
Ως εγκληματικότητα ανηλίκων νοείται η τέλεση αξιόποινων πράξεων από άτομα που κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης έχουν συμπληρώσει το 12ο έτος και δεν έχουν υπερβεί το 18ο έτος της ηλικίας τους (άρθρο 121 ΠΚ). Είναι κρίσιμο να διευκρινιστεί ότι η ποινική μεταχείριση διαφοροποιείται από την αστική δικαιοπρακτική ικανότητα· ο ανήλικος θεωρείται υποκείμενο δικαίου με ειδική ποινική μεταχείριση λόγω της υπό διαμόρφωση προσωπικότητάς του. Η έλλειψη οικογενειακής υποστήριξης, οι κοινωνικές ανισότητες και η πλημμελής κοινωνικοποίηση αποτελούν τους βασικούς αιτιώδεις παράγοντες της ανήλικης παραβατικότητας. Κατά μια άποψη θεωρείται ότι ακόμα και για τους ανήλικους του άρθρου 127 δεν είναι θεμιτό να χρησιμοποιούμε τον όρο ποινή και εγκληματικότητα αλλά επικρατεί ο όρος αναμόρφωση. Με τον ν. 3189/2003 [46] επήλθε (μεταξύ άλλων) η κατάργηση του όρου «ανήλικοι εγκληματίες» από τον τίτλο του σχετικού κεφαλαίου του ΠΚ, αλλά και ο εμπλουτισμός του καταλόγου των αναμορφωτικών μέτρων. Πλέον ο ΠΚ στον τίτλο του κεφαλαίου για ανηλίκους βάζει τον όρο ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΑΝΗΛΙΚΟΥΣ.
Το νομικό πλαίσιο (άρθρα 121 επ. ΠΚ) προβλέπει την ειδική μεταχείριση των ανηλίκων, με κεντρικό άξονα τον παιδαγωγικό και αναμορφωτικό χαρακτήρα των κυρώσεων. Ο νομοθέτης διακρίνει τους ανηλίκους σε δύο ηλικιακές κατηγορίες:
Αντίθετα, για τους εφήβους ηλικίας 15 έως 18 ετών, πέρα από τα αναμορφωτικά και θεραπευτικά μέτρα, προβλέπεται κατ’ εξαίρεση και η δυνατότητα επιβολής περιορισμού σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων, όπως ορίζεται στο άρθρο 127 του Ποινικού Κώδικα. Η επιβολή αυτού του μέτρου προϋποθέτει τη συνδρομή συγκεκριμένων όρων, οι οποίοι σχετίζονται κυρίως με τη σοβαρότητα της πράξης, ιδίως όταν αυτή περιλαμβάνει στοιχεία βίας, καθώς και με την επικινδυνότητα του ανηλίκου δράστη, εφόσον η πράξη του, αν την τελούσε ενήλικος, θα ήταν κακούργημα.
Τα αναμορφωτικά μέτρα, όπως προβλέπονται στο άρθρο 122 του Ποινικού Κώδικα, έχουν ως βασικό στόχο τη διαπαιδαγώγηση και την ομαλή κοινωνική επανένταξη του ανηλίκου. Στο πλαίσιο αυτό περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η επίπληξη του ανηλίκου, η ανάθεση της επιμέλειάς του στους γονείς ή σε επιμελητές ανηλίκων, η υποχρέωση παρακολούθησης εκπαιδευτικών ή επαγγελματικών προγραμμάτων, καθώς και η παροχή κοινωφελούς εργασίας.
Παράλληλα, τα θεραπευτικά μέτρα (άρθρο 123 ΠΚ) διατάσσονται όταν ο ανήλικος χρήζει ειδικής θεραπευτικής μεταχείρισης (ψυχική νόσος, οργανική πάθηση, εξάρτηση από ουσίες). Η επιβολή τους προϋποθέτει υποχρεωτικά προηγούμενη διάγνωση και γνωμοδότηση από διεπιστημονική ομάδα (ιατρούς, ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς), διασφαλίζοντας την επιστημονική τεκμηρίωση της δικαστικής κρίσης.
Τέλος, ο περιορισμός σε ειδικό κατάστημα κράτησης νέων αποτελεί το έσχατο μέσο (ultima ratio) της ποινικής δικαιοσύνης ανηλίκων. Συνιστάται σε σοβαρές περιπτώσεις και κυρίως για εφήβους άνω των 15 ετών, όπου το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει τον περιορισμό αυτόν. Ωστόσο, αυτό θεωρείται έσχατο μέτρο και εφαρμόζεται όταν τα αναμορφωτικά (και λοιπά) μέτρα κρίνονται αιτιολογημένα ανεπαρκή για τη συγκράτηση του ανηλίκου από την τέλεση νέων εγκλημάτων, υπογραμμίζοντας ότι η στέρηση της ελευθερίας πρέπει να είναι το τελευταίο καταφύγιο του νομοθέτη.
Συμπερασματικά, η αντιμετώπιση της νεανικής παραβατικότητας απαιτεί την ενίσχυση της πρόληψης μέσω της οικογένειας και της παιδείας. Το ισχύον ποινικό σύστημα ανηλίκων δεν επιδιώκει την τιμωρία ως αυτοσκοπό, αλλά την παροχή μιας δεύτερης ευκαιρίας, με στόχο την ομαλή κοινωνική επανένταξη και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.

Απάντηση