Βασίλης Αγοράστης

Προπτυχιακός Φοιτητής Νομικής ΔΠΘ.

  Στο πλαίσιο της δημοσιονομικής δικής, ο δημόσιος υπόλογος, το φυσικό πρόσωπο δηλαδή που διαχειρίζεται δημόσιο χρήμα, ελέγχεται από το Ελεγκτικό Συνέδριο, το Ανώτατο Δημοσιονομικό Δικαστήριο, το οποίο εξετάζει την δημοσιονομική ευθύνη του υπολόγου προκειμένου να του καταλογιστεί το έλλειμμα που ενδεχομένως διαπιστωθεί. Ο καταλογισμός του ελλείμματος πρέπει να είναι αποτέλεσμα παραβατικής συμπεριφοράς του υπολόγου, με θετική πράξη ή παράλειψη, σε οποιοδήποτε βαθμό υπαιτιότητας και να προκύπτει από την διαχείριση ή διαφύλαξη χρημάτων. 

  Ζήτημα προκύπτει όταν ο υπόλογος έχει προηγουμένως αθωωθεί από ποινικό δικαστήριο. Τίθεται, λοιπόν, το ερώτημα άμα δεσμεύεται το Ελεγκτικό Συνέδριο από την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου και ποια είναι σχέση μεταξύ ποινικής και δημοσιονομικής δικαιοδοσίας. Για την απάντηση στα ερωτήματα αυτά οφείλουμε να λάβουμε υπόψη δύο αρχές που διέπουν την σχέση μεταξύ ποινικής και δημοσιονομικής δίκης και προέρχονται από την ΕΣΔΑ: την αρχή ne bis in idem ( α. 4 παρ. 1, 7ο Πρωτόκολλο ΕΣΔΑ) και το τεκμήριο αθωότητας ( α. 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ). 

  Όσον αφορά την πρώτη, αυτή ορίζει ότι κανείς δεν μπορεί να διωχθεί ή να καταδικαστεί ποινικά από τα  δικαστήρια του ίδιου κράτους για παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάστηκε με αμετάκλητη απόφαση. Σύμφωνα με την νομολογία του ΣτΕ, οι αθωωτικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεσμεύουν εξίσου με τις καταδικαστικές το διοικητικό δικαστήριο, σε περίπτωση που για συγκεκριμένη παράβαση έχει ολοκληρωθεί η ενώπιον ποινικών δικαστηρίων διαδικασία με την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, με αποτέλεσμα να κωλύεται η ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων δίκη για την ίδια παράβαση (ΣτΕ 596/2021 σκ 9). Κατά την ίδια νομολογία, μάλιστα, προς ενεργοποίηση της  απαγόρευσης που απορρέει από την αρχή ne bis in idem, απαιτείται ταυτότητα του υποκειμένου.

Προκειμένου δε να οριστεί πότε μία παράβαση είναι ποινικής φύσεως, η νομολογία του ΕΔΔΑ ανέπτυξε τα λεγόμενα “κριτήρια Engel”. Αυτά είναι τρία και αρκεί να πληροί ένα από αυτά προκειμένου να χαρακτηριστεί ως ποινικής φύσεως. Πιο συγκεκριμένα: α) να χαρακτηρίζεται η παράβαση ως ποινικής φύσεως από το εθνικό δίκαιο, β) να λαμβάνεται υπόψιν η φύση της παράβασης, εάν δηλαδή απευθύνεται σε γενικό ή ειδικό σύνολο και γ) να εξετάζεται ο βαθμός αυστηρότητας της κύρωσης βάσει της βαρύτερης κύρωσης που μπορεί να επιβληθεί (Engel and others κατά Ολλανδίας, αρ. προσφ. 5100/71).

  Εάν συντρέχει ένα από αυτά τα κριτήρια ελέγχεται ύστερα σε δεύτερο στάδιο εάν υπάρχει ταυτότητα της παράβασης που συνίσταται στην πλήρη σύμπτωση των πραγματικών περιστατικών και της αντικειμενικής υπόστασης των δύο υποθέσεων. Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να επισημανθεί ότι σπάνια το Ελεγκτικό Συνέδριο αναγνωρίζει την ποινική φύση του καταλογισμού σε έλλειμμα του υπολόγου. Αυτό συμβαίνει κυρίως καθώς ο καταλογισμός αφορά ένα ειδικό σύνολο ( δημόσιοι υπόλογοι), η πράξη δημιουργίας ελλείμματος έχει μη ποινικό χαρακτήρα και ο καταλογισμός έχει χαρακτήρα αποκαταστατικό της ζημίας που δημιουργήθηκε λόγω ουσιαστικού ελλείμματος και όχι κυρωτικό. Εξαίρεση στην τελευταία περίπτωση αποτελεί η νομολογιακή κατασκευή του τυπικού ελλείμματος (παράβαση διαδικασίας) που έχει κυρωτικό χαρακτήρα. 

  Η κατάφαση της εφαρμογής της αρχής ne bis in idem αποτελεί προϋπόθεση της εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας το οποίο παρουσιάζει δύο εκφάνσεις. Η πρώτη αναφέρεται στην αθωότητα του κατηγορουμένου έως την απόδειξη της ενοχής του και επιβάλλει να απέχουν οι παράγοντες της δίκης και οι δημόσιες αρχές από πρόωρες δηλώσεις ενοχής του κατηγορουμένου. Στην νομολογία, όμως, του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν έχει προκύψει ακόμα υπόθεση όπου να έχει διεκπεραιωθεί η δημοσιονομική δίκη πριν από την ποινική και , επομένως, η έκφανση αυτή του τεκμηρίου αθωότητας παραμένει σε θεωρητικό μόνο επίπεδο. 

  Η δεύτερη έκφανση αναφέρεται στην διατήρηση του τεκμηρίου αθωότητας και μετά το πέρας της ποινικής διαδικασίας. Προκύπτει δε μετά από τελολογική ερμηνεία του α. 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, και κατά την νομολογία του ΕΔΔΑ επεκτείνεται χρονικά η εφαρμογή του τεκμηρίου αθωότητας και μετά την ποινική διαδικασία στις επακόλουθες συναφείς υποθέσεις ανεξαρτήτως φύσεως αυτών (Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. προσφ. 25424/09, §§ 98-102 ΕΔΔΑ). Η συνάφεια αυτή συνίσταται στην στενή σχέση μεταξύ των δύο διαδικασιών, στην εξάρτηση της δεύτερης διαδικασίας από το αποτέλεσμα της πρώτης και στην ταυτότητα των πραγματικών περιστατικών (Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας, αριθ. προσφ. 35522/04, § 31 ΕΔΔΑ). Στην δημοσιονομική δίκη, οι καταλογισθέντες υπόλογοι επικαλούνται την δεύτερη έκφανση του τεκμηρίου αθωότητας προβάλλοντας την ποινική αθώωση τους ως λόγο απαλλαγής από την δημοσιονομική ευθύνη (απόφ. 1404/2017 VII Τμ. και απόφ. 1092/2017 VII Τμ.).

  Οι ελεγκτικές διαδικασίες είναι καταρχήν αυτόνομες από τις αντίστοιχες ποινικές με πρωταρχικό σκοπό των ελέγχων, την εξυπηρέτηση της αρχής της δημοσιονομικής βιωσιμότητας που εκφράζεται από τον αποκαταστατικό, κατά κανόνα, χαρακτήρα της πράξης καταλογισμού. Όμως, παρόλο που πρόκειται για δύο διαφορετικές δικαιοδοσίες (ποινική και δημοσιονομική), με την νέα Δικονομία του Ελεγκτικού Συνεδρίου προκύπτει δέσμευση (α. 5 παρ. 2, Κώδικας Δικονομίας Ελεγκτικού Συνεδρίου, ν. 4700/2020). Εξαιρείται, πάντως, η περίπτωση αμετάκλητης απόφασης οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής του αδικήματος, καθώς αυτή δεν είναι αθωωτική (ούτε και καταδικαστική) και ως εκ τούτου σε καμία περίπτωση δεν έχουμε δέσμευση (ΣτΕ 1102/2018).

  Επομένως, οι αρχές που αναλύθηκαν δεν εφαρμόζονται αυτομάτως στο πλαίσιο της δημοσιονομικής δίκης και το Ελεγκτικό Συνέδριο δεσμεύεται σε περίπτωση αθωωτικής ποινικής απόφασης υπέρ του υπολόγου, υπό την προϋπόθεση πλήρωσης της αρχής ne bis in idem και του τεκμηρίου αθωότητας, ενώ δέσμευση δεν προκύπτει αν η αθώωση στηρίχθηκε σε έλλειψη αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων που δεν αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του νόμου στην ένδικη διαφορά ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Βιβλιογραφία:

  • Το Ελεγκτικό Συνέδριο, Σύγχρονες τάσεις και εξελίξεις, Νικ. Μηλιώνης, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη. 
  •  Ο αθωωθείς υπόλογος – Η επίδραση της ποινικής απόφασης. 
  • Επί της δίκης ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου στο πλαίσιο του διαλόγου των δικαιοδοσιών Εισήγηση Ιωάννη Νταλαχάνη, Παρέδρου Ελ. Συνεδρίου -M.L.E. (Επιμορφωτικό Σεμινάριο ΕΣΔι 10.12.2019).
  • Engel and others κατά Ολλανδίας, αρ. προσφ. 5100/71 ΕΔΔΑ.
  • Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας, αριθ. προσφ. 35522/04, § 31 ΕΔΔΑ.
  • Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. προσφ. 25424/09, §§ 98-102 ΕΔΔΑ.
  • Απόφ. 1404/2017 VII Τμ. ΕλΣυν. 
  • Απόφ. 1092/2017 VII Τμ. ΕλΣυν.
  • Αποφ. ΣτΕ 596/2021 σκ 9.

Απάντηση

Discover more from Nomikoi Dialogoi

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading

Discover more from Nomikoi Dialogoi

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading